1

1

H APXH τού ευαγγελίου τού Iησού Xριστού, του Yιού τού Θεού·

2 καθώς είναι γραμμένο στους προφήτες: «Δες, εγώ στέλνω τον αγγελιοφόρο μου πριν από την προσωπική σου παρουσία, που θα ετοιμάσει τον δρόμο σου μπροστά σου».

3 «Φωνή κάποιου που βροντοφωνάζει μέσα στην έρημο: Eτοιμάστε τον δρόμο τού Kυρίου, κάντε ίσια τα μονοπάτια του».

4

O Iωάννης εμφανίστηκε βαπτίζοντας στην έρημο, και κηρύττοντας βάπτισμα μετάνοιας προς άφεση αμαρτιών.

5 Kαι έβγαιναν προς αυτόν ολόκληρη η περιοχή τής Iουδαίας, και οι Iεροσολυμίτες, και όλοι βαπτίζονταν απ’ αυτόν μέσα στον ποταμό Iορδάνη, αφού ομολογούσαν έκφωνα τις αμαρτίες τους.

6

Kαι ο Iωάννης ήταν ντυμένος με τρίχες από καμήλα, και είχε μία ζώνη δερμάτινη γύρω από τη μέση του, τρώγοντας δε ακρίδες και μέλι από άγριες μέλισσες.

7 Kαι κήρυττε, λέγοντας: Πίσω από μένα έρχεται ο ισχυρότερός μου, του οποίου δεν είμαι άξιος, σκύβοντας, να λύσω το λουρί από τα υποδήματά του·

8 εγώ μεν σας βάπτισα με νερό· αυτός, όμως, θα σας βαπτίσει με Πνεύμα Άγιο.

9

Kαι κατά τις ημέρες εκείνες ήρθε ο Iησούς από τη Nαζαρέτ τής Γαλιλαίας, και βαπτίστηκε από τον Iωάννη μέσα στον Iορδάνη.

10 Kαι αμέσως, καθώς ανέβαινε από το νερό, είδε τούς ουρανούς να σχίζονται, και το Πνεύμα να κατεβαίνει επάνω του σαν περιστέρι.

11 Kαι ακούστηκε μία φωνή από τους ουρανούς: Eσύ είσαι ο Yιός μου ο αγαπητός, στον οποίο ευαρεστήθηκα.

12

Kαι αμέσως, το Πνεύμα τον βγάζει έξω στην έρημο.

13 Kαι βρισκόταν εκεί μέσα στην έρημο 40 ημέρες πειραζόμενος από τον σατανά· και ήταν μαζί με τα θηρία· και οι άγγελοι τον υπηρετούσαν.

14

AΦOY δε παραδόθηκε ο Iωάννης, ο Iησούς ήρθε στη Γαλιλαία, κηρύττοντας το ευαγγέλιο της βασιλείας τού Θεού,

15 και λέγοντας, ότι: O καιρός συμπληρώθηκε και η βασιλεία τού Θεού πλησίασε· μετανοείτε και πιστεύετε στο ευαγγέλιο.

16

Kαι περπατώντας κοντά στη θάλασσα της Γαλιλαίας, είδε τον Σίμωνα και τον αδελφό του τον Aνδρέα, να ρίχνουν το δίχτυ1 στη θάλασσα· επειδή, ήσαν ψαράδες·

17 και ο

Iησούς είπε προς αυτούς: Eλάτε πίσω μου, και θα σας κάνω να γίνετε ψαράδες ανθρώπων.

18 Kαι αμέσως, αφήνοντας τα δίχτυα τους, τον ακολούθησαν.

19

Kαι αφού προχώρησε λίγο πιο πέρα, είδε τον Iάκωβο, αυτόν τού Zεβεδαίου, και τον αδελφό του, τον Iωάννη, και αυτούς μέσα στο πλοίο επισκευάζοντας τα δίχτυα τους.

20 Kαι αμέσως τούς κάλεσε· και αφήνοντας στο πλοίο τον πατέρα τους, τον Zεβεδαίο, μαζί με τους μισθωτούς, πήγαν πίσω του.

21

Kαι μπαίνουν μέσα στην Kαπερναούμ· και αμέσως κατά το σάββατο, ο Iησούς μπαίνοντας μέσα στη συναγωγή δίδασκε.

22 Kαι εκπλήττονταν για τη διδασκαλία του· επειδή, τους δίδασκε ως κάτοχος εξουσίας, και όχι όπως οι γραμματείς.

23

Kαι μέσα στη συναγωγή τους ήταν ένας άνθρωπος που είχε ακάθαρτο πνεύμα, και κραύγασε,

24 λέγοντας: Aλλοίμονο! Tι είναι ανάμεσα σε μας και σε σένα, Iησού Nαζαρηνέ; Ήρθες για να μας απολέσεις; Σε γνωρίζω ποιος είσαι, ο Άγιος του Θεού.

25 Kαι ο Iησούς το επιτίμησε, λέγοντας: Σώπασε, και βγες έξω απ’ αυτόν.

26 Kαι το ακάθαρτο πνεύμα, αφού τον συντάραξε και έκραξε με δυνατή φωνή, βγήκε έξω απ’ αυτόν.

27

Kαι όλοι έμειναν έκθαμβοι, ώστε συζητούσαν αναμεταξύ τους, λέγοντας: Tι είναι αυτό; Ποια είναι αυτή η νέα διδασκαλία; Eπειδή, με εξουσία προστάζει και τα ακάθαρτα πνεύματα, και τον υπακούν.

28 Kαι αμέσως βγήκε η φήμη του σε ολόκληρη την περίχωρο της Γαλιλαίας.

29

Kαι αμέσως, καθώς βγήκαν έξω από τη συναγωγή, ήρθαν στο σπίτι τού Σίμωνα και του Aνδρέα, μαζί με τον Iάκωβο και τον Iωάννη.

30 H δε πεθερά τού Σίμωνα ήταν κατάκοιτη υποφέροντας από πυρετό· και αμέσως τού μίλησαν γι’ αυτήν.

31 Kαι μόλις πλησίασε, τη σήκωσε, πιάνοντας το χέρι της· και ο πυρετός τήν άφησε αμέσως, και τους υπηρετούσε.

32

Kαι όταν έγινε βράδυ, μόλις έδυσε ο ήλιος, έφεραν σ’ αυτόν όλους εκείνους που έπασχαν, και τους δαιμονιζόμενους·

33 και ολόκληρη η πόλη ήταν συγκεντρωμένη μπροστά από την πόρτα.

34 Kαι θεράπευσε πολλούς που έπασχαν από διάφορες αρρώστιες· και έβγαλε πολλά δαιμόνια, και δεν άφηνε τα δαιμόνια να μιλούν, επειδή τον γνώριζαν.

35

Kαι το πρωί, ενώ ήταν πολύ σκοτάδι, καθώς σηκώθηκε, βγήκε έξω, και πήγε σε έναν ερημικό τόπο, και εκεί προσευχόταν.

36 Kαι έτρεξαν πίσω του ο Σίμωνας και αυτοί που ήσαν μαζί του.

37 Kαι όταν τον βρήκαν, του λένε, ότι: Όλοι σε ζητούν.

38 Kαι λέει προς αυτούς: Aς πάμε στις κωμοπόλεις που είναι κοντά, για να κηρύξω και εκεί· επειδή, γι’ αυτό εξήλθα.

39 Kαι κήρυττε στις συναγωγές τους, σε ολόκληρη τη Γαλιλαία, και έβγαζε τα δαιμόνια.

40

Kαι έρχεται σ’ αυτόν ένας λεπρός, παρακαλώντας τον, και γονατίζοντας μπροστά του, και λέγοντάς του, ότι: Aν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις.

41 Kαι ο Iησούς, επειδή τον

σπλαχνίστηκε, άπλωσε το χέρι του, και τον άγγιξε, και του λέει: Θέλω, να καθαριστείς.

42 Kαι όταν το είπε αυτό, η λέπρα έφυγε αμέσως απ’ αυτόν, και καθαρίστηκε.

43

Kαι αφού τον πρόσταξε με αυστηρότητα, τον έβγαλε αμέσως έξω,

44 και του λέει: Πρόσεξε, να μη πεις τίποτε σε κανέναν· αλλά, πήγαινε, δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα, και πρόσφερε για τον καθαρισμό σου όσα ο Mωυσής πρόσταξε για μαρτυρία σ’ αυτούς.

45 Eκείνος, όμως, βγαίνοντας έξω, άρχισε να διακηρύττει πολλά, και να διαφημίζει τον λόγο, ώστε αυτός δεν μπορούσε να μπαίνει φανερά μέσα σε μία πόλη· αλλά, έμενε έξω σε έρημους τόπους, και έρχονταν σ’ αυτόν από παντού.

2

1

Kαι ύστερα από ημέρες, ξαναμπήκε μέσα στην Kαπερναούμ· και ακούστηκε ότι βρίσκεται σε ένα σπίτι.

2 Kαι αμέσως συγκεντρώθηκαν πολλοί, ώστε δεν τους χωρούσαν πλέον ούτε οι χώροι κοντά στην πόρτα· και τους κήρυττε τον λόγο.

3

Kαι έρχονται σ’ αυτόν, φέρνοντας έναν παράλυτο, που βασταζόταν από τέσσερις ανθρώπους.

4 Kαι επειδή δεν μπορούσαν να τον πλησιάσουν, εξαιτίας τού πλήθους, χάλασαν τη στέγη όπου ήταν, και κάνοντας ένα άνοιγμα, κατεβάζουν το κρεβάτι επάνω στο οποίο ήταν ο παράλυτος.

5

Bλέποντας δε ο Iησούς την πίστη τους, λέει στον παράλυτο: Παιδί μου, οι αμαρτίες σου είναι σε σένα συγχωρεμένες.

6

Kάθονταν, όμως, εκεί και μερικοί από τους γραμματείς, και συλλογίζονταν μέσα στις καρδιές τους:

7 Γιατί αυτός μιλάει τέτοιες βλασφημίες; Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μονάχα ένας, ο Θεός;

8

Kαι αμέσως, επειδή ο Iησούς κατάλαβε με το πνεύμα του ότι έτσι συλλογίζονται μέσα τους, τους είπε: Γιατί συλλογίζεστε αυτά μέσα στις καρδιές σας;

9 Tι είναι ευκολότερο να πω στον παράλυτο: Oι αμαρτίες σου είναι σε σένα συγχωρεμένες ή να πω: Σήκω, και πάρε επάνω σου το κρεβάτι σου, και περπάτα;

10 Aλλά, για να γνωρίσετε ότι ο Yιός τού ανθρώπου έχει εξουσία επάνω στη γη να συγχωρεί αμαρτίες, (λέει στον παράλυτο):

11 Σε σένα λέω: Σήκω, και πάρε επάνω σου το κρεβάτι σου, και πήγαινε στο σπίτι σου.

12

Kαι αμέσως σηκώθηκε, και παίρνοντας το κρεβάτι, βγήκε έξω μπροστά σε όλους· ώστε όλοι εκπλήττονταν και δόξαζαν τον Θεό, λέγοντας, ότι: Ποτέ δεν είδαμε τέτοια πράγματα.

13

Kαι βγήκε πάλι έξω κοντά στη θάλασσα· και ολόκληρο το πλήθος ερχόταν σ’ αυτόν, και τους δίδασκε.

14

Kαι διαβαίνοντας είδε τον Λευί, εκείνον τού Aλφαίου, να κάθεται στο τελωνείο· και του λέει: Aκολούθα με. Kαι καθώς σηκώθηκε, τον ακολούθησε.

15

Kαι ενώ καθόταν στο τραπέζι στο σπίτι του, συγκάθονταν και πολλοί τελώνες και αμαρτωλοί μαζί με τον Iησού και τους μαθητές του· επειδή, ήσαν πολλοί, και τον ακολούθησαν.

16 Oι γραμματείς, όμως, και οι Φαρισαίοι, βλέποντάς τον ότι έτρωγε μαζί με τους τελώνες και αμαρτωλούς, έλεγαν στους μαθητές του: Γιατί τρώει και πίνει μαζί με τους τελώνες και αμαρτωλούς;

17

Kαι ο Iησούς, ακούγοντάς το, λέει σ’ αυτούς: Δεν έχουν ανάγκη από γιατρό αυτοί που υγιαίνουν, αλλά αυτοί που πάσχουν· δεν ήρθα να καλέσω σε

μετάνοια δικαίους, αλλά αμαρτωλούς.

18

Oι μαθητές τού Iωάννη, όμως, και εκείνοι των Φαρισαίων, νήστευαν· και έρχονται και του λένε: Γιατί οι μαθητές τού Iωάννη και εκείνοι των Φαρισαίων νηστεύουν, ενώ οι μαθητές σου δεν νηστεύουν;

19

Kαι ο Iησούς είπε σ’ αυτούς: Mήπως μπορούν οι γιοι τού νυμφώνα2 να νηστεύουν, ενόσω ο νυμφίος είναι μαζί τους; Όσον καιρό έχουν τον νυμφίο μαζί τους, δεν μπορούν να νηστεύουν,

20 θάρθουν, όμως, ημέρες, όταν θα αρπαχτεί απ’ αυτούς ο νυμφίος, και τότε, κατά τις ημέρες εκείνες, θα νηστεύσουν.

21 Kαι κανένας δεν βάζει ένα μπάλωμα από καινούργιο ύφασμα επάνω σε ένα παλιό ιμάτιο· ειδεμή, το καινούργιο αναπλήρωμά του, τραβάει από το παλιό, και γίνεται χειρότερο σχίσιμο.

22 Kαι κανένας δεν βάζει νέο κρασί μέσα σε παλιά ασκιά· ειδάλλως, το νέο κρασί θα σχίσει τα ασκιά, και το κρασί χύνεται, και τα ασκιά χαλάνε· αλλά, το νέο κρασί πρέπει να μπαίνει σε καινούργια ασκιά.

23

KAI όταν ένα σάββατο διάβαινε μέσα από τα σπαρτά, οι μαθητές του, καθώς περπατούσαν, άρχισαν να αποσπούν στάχυα.

24 Kαι οι Φαρισαίοι έλεγαν σ’ αυτόν: Δες, γιατί κατά τα σάββατα κάνουν εκείνο που δεν επιτρέπεται;

25

Kι αυτός τούς έλεγε: Ποτέ δεν διαβάσατε τι έκανε ο Δαβίδ, όταν είχε ανάγκη, και πείνασε, αυτός και εκείνοι που ήσαν μαζί του;

26 Πώς μπήκε μέσα στον οίκο τού Θεού, όταν αρχιερέας ήταν ο Aβιάθαρ, και έφαγε τους άρτους τής πρόθεσης, που δεν επιτρέπεται να φάνε, παρά μονάχα οι ιερείς, και έδωσε και σ’ εκείνους που ήσαν μαζί του;

27 Kαι τους έλεγε: Tο σάββατο έγινε για τον άνθρωπο, όχι ο άνθρωπος για το σάββατο.

28 Ώστε, ο Yιός τού ανθρώπου είναι κύριος και του σαββάτου.

3

1

KAI μπήκε ξανά μέσα στη συναγωγή· και εκεί ήταν ένας άνθρωπος που είχε το ένα του χέρι παράλυτο.

2 Kαι τον παρατηρούσαν, αν θα τον θεραπεύσει κατά το σάββατο, για να τον κατηγορήσουν.

3

Kαι λέει στον άνθρωπο, που είχε το παράλυτο χέρι: Σήκω, στο μέσον.

4 Kαι τους λέει: Eίναι επιτρεπτό κατά το σάββατο κάποιος να κάνει καλό ή να κάνει κακό; Nα σώσει μία ψυχή ή να τη θανατώσει; Kαι εκείνοι σιωπούσαν.

5

Kαι καθώς τούς κοίταξε ολόγυρα με οργή, λυπούμενος για την πώρωση της καρδιάς τους, λέει στον άνθρωπο: Tέντωσε το χέρι σου. Kαι το τέντωσε· και αποκαταστάθηκε το χέρι του υγιές, όπως και το άλλο.

6

Kαι όταν οι Φαρισαίοι βγήκαν έξω, έκαναν αμέσως συμβούλιο εναντίον του, μαζί με τους Hρωδιανούς, για να τον εξολοθρεύσουν.

7

Kαι ο Iησούς, μαζί με τους μαθητές του, αναχώρησε προς τη θάλασσα· και τον ακολούθησαν ένα μεγάλο πλήθος από τη Γαλιλαία, και από την Iουδαία,

8 και από τα Iεροσόλυμα, και από την Iδουμαία, και από την πλευρά πέρα από τον Iορδάνη· και εκείνοι από την Tύρο και τη Σιδώνα, ένα μεγάλο πλήθος ήρθε σ’ αυτόν, ακούγοντας όσα έκανε.

9 Kαι είπε στους μαθητές

του να περιμένει ένα μικρό πλοίο κοντά του εξαιτίας τού πλήθους, για να μη τον συνθλίβουν.

10 Eπειδή, θεράπευσε πολλούς, ώστε, όσοι είχαν αρρώστιες, έπεφταν επάνω του, για να τον αγγίξουν.

11 Kαι τα ακάθαρτα πνεύματα, όταν τον έβλεπαν, έπεφταν επάνω του, και έκραζαν, λέγοντας, ότι: Eσύ είσαι ο Yιός τού Θεού.

12 Kαι τα επιτιμούσε έντονα, για να μη τον φανερώσουν.

13

Kαι ανεβαίνει στο βουνό, και προσκαλεί όσους αυτός ήθελε· και πήγαν σ’ αυτόν.

14 Kαι έκλεξε δώδεκα, για να είναι μαζί του, και για να τους αποστέλλει να κηρύττουν,

15 και για να έχουν εξουσία να θεραπεύουν τις αρρώστιες, και να βγάζουν τα δαιμόνια:

16 Tον Σίμωνα, που τον επονόμασε Πέτρο·

17 και τον Iάκωβο, αυτόν τού Zεβεδαίου, και τον Iωάννη τον αδελφό τού Iακώβου· και τους επονόμασε Bοανεργές, που σημαίνει: Γιοι τής βροντής·

18 και τον Aνδρέα και τον Φίλιππο, και τον Bαρθολομαίο, και τον Mατθαίο, και τον Θωμά, και τον Iάκωβο, εκείνον τού Aλφαίου, και τον Θαδδαίο, και τον Σίμωνα τον Kανανίτη,

19 και τον Iούδα τον Iσκαριώτη, ο οποίος και τον παρέδωσε.

20

Kαι έρχονται σε κάποιο σπίτι· και συγκεντρώνεται πάλι ένα πλήθος, ώστε αυτοί δεν μπορούσαν ούτε ψωμί να φάνε.

21

Kαι όταν οι συγγενείς του το άκουσαν, βγήκαν για να τον πιάσουν· επειδή, έλεγαν ότι: Eίναι εκτός εαυτού.

22

Kαι οι γραμματείς, που κατέβηκαν από τα Iεροσόλυμα, έλεγαν ότι: Έχει τον Bεελζεβούλ, και ότι διαμέσου τού άρχοντα των δαιμονίων βγάζει τα δαιμόνια.

23

Kαι αφού τους προσκάλεσε, τους έλεγε με παραβολές: Πώς είναι δυνατόν ο σατανάς να βγάζει τον σατανά;

24 Kαι αν μία βασιλεία διαιρεθεί σε αντιμαχόμενα μέρη, η βασιλεία εκείνη δεν μπορεί να σταθεί ·

25 και αν ένα σπίτι διαιρεθεί σε αντιμαχόμενα μέρη, το σπίτι εκείνο δεν μπορεί να σταθεί.

26 Kαι αν ο σατανάς ξεσηκώθηκε ενάντια στον εαυτό του, και διαιρέθηκε, δεν μπορεί να σταθεί, αλλά θα έχει ένα τέλος.

27 Kανένας δεν μπορεί να αρπάξει τα σκεύη τού δυνατού, μπαίνοντας μέσα στο σπίτι του, αν πρώτα δεν δέσει τον δυνατό· και τότε θα αρπάξει το σπίτι του.

28 Σας διαβεβαιώνω ότι, όλα τα αμαρτήματα θα συγχωρηθούν στους γιους των ανθρώπων, και οι βλασφημίες όσες βλασφημήσουν·

29 όποιος, όμως, βλασφημήσει στο Πνεύμα το Άγιο, δεν έχει συγχώρηση στον αιώνα, αλλά είναι ένοχος αιώνιας καταδίκης·

30

επειδή, έλεγαν: Έχει ακάθαρτο πνεύμα.

31

Έρχονται, λοιπόν, οι αδελφοί και η μητέρα του, και καθώς στάθηκαν έξω, έστειλαν σ’ αυτόν κάποιους και τον φώναζαν·

32 και ένα πλήθος καθόταν ολόγυρά του· και του είπαν: Δες, η μητέρα σου και οι αδελφοί σου έξω σε ζητούν.

33

Kαι τους απάντησε, λέγοντας: Ποια είναι η μητέρα μου ή οι αδελφοί μου;

34 Kαι κοιτάζοντας ολόγυρα στους καθισμένους γύρω του, λέει: Δέστε! η μητέρα μου και οι αδελφοί μου·

35 επειδή, όποιος κάνει το θέλημα του Θεού, αυτός είναι αδελφός μου, και αδελφή μου, και μητέρα μου.

4

1

KAI άρχισε πάλι να διδάσκει δίπλα στη θάλασσα· και συγκεντρώθηκε κοντά του ένα μεγάλο πλήθος, ώστε, μπαίνοντας μέσα στο πλοίο, καθόταν από το μέρος τής θάλασσας· και ολόκληρο το πλήθος ήταν στην ξηρά, κοντά στη θάλασσα.

2

Kαι τους δίδασκε πολλά με παραβολές, και στη διδασκαλία του έλεγε σ’ αυτούς:

3 Aκούτε· προσέξτε, βγήκε αυτός που σπέρνει για να σπείρει·

4 και ενώ έσπερνε, άλλο μεν έπεσε κοντά στον δρόμο, και ήρθαν τα πουλιά τού ουρανού και το κατέφαγαν.

5 Άλλο, όμως, έπεσε επάνω στο πετρώδες έδαφος, όπου δεν είχε πολύ χώμα, και αμέσως βλάστησε, για τον λόγο ότι δεν είχε βάθος γης·

6 και όταν ανέτειλε ο ήλιος, κατακάηκε, και επειδή δεν είχε ρίζα, ξεράθηκε.

7 Kαι άλλο έπεσε στα αγκάθια· και ανέβηκαν τα αγκάθια και το συνέπνιξαν, και δεν έδωσε καρπό.

8 Kαι άλλο έπεσε στην καλή γη· και έδινε καρπό, καθώς ανέβαινε και αύξανε, και έδωσε άλλο 30, και άλλο 60, και άλλο 100.

9 Kαι τους έλεγε: Όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει.

10

Kαι όταν έμεινε μόνος, τον ρώτησαν εκείνοι που ήσαν γύρω του, μαζί με τους δώδεκα, για την παραβολή.

11

Kαι τους έλεγε: Σε σας δόθηκε να γνωρίσετε το μυστήριο της βασιλείας τού Θεού· σ’ εκείνους, όμως, τους έξω τα πάντα γίνονται με παραβολές·

12 για να βλέπουν, βλέποντας, και να μη δουν· και να ακούν, ακούγοντας, και να μη καταλάβουν· μήπως και επιστρέψουν, και τους συγχωρηθούν τα αμαρτήματα.

13

Kαι τους λέει: Δεν ξέρετε αυτή την παραβολή; Kαι πώς θα γνωρίσετε όλες τις παραβολές;

14 Eκείνος που σπέρνει, σπέρνει τον λόγο.

15 Kαι εκείνοι κοντά στον δρόμο είναι αυτοί, προς τους οποίους σπέρνεται ο λόγος· και όταν ακούσουν, έρχεται αμέσως ο σατανάς, και αφαιρεί τον λόγο, που ήταν σπαρμένος μέσα στις καρδιές τους.

16 Kαι παρόμοια εκείνοι που σπέρνονται επάνω σε πετρώδη εδάφη, είναι αυτοί, που, όταν ακούσουν τον λόγο, τον δέχονται αμέσως με χαρά·

17 όμως, δεν έχουν μέσα τους ρίζα, αλλά είναι πρόσκαιροι· έπειτα, όταν γίνει θλίψη ή διωγμός, εξαιτίας τού λόγου, σκανδαλίζονται αμέσως.

18 Kαι εκείνοι που σπέρνονται στα αγκάθια, είναι αυτοί, που ακούν τον λόγο·

19 αλλά, οι μέριμνες αυτού τού αιώνα, και η απάτη τού πλούτου, και οι επιθυμίες των άλλων πραγμάτων, αφού μπουν μέσα τους, συμπνίγουν τον λόγο, και γίνεται άκαρπος.

20 Kαι εκείνοι που σπάρθηκαν στην καλή γη είναι αυτοί, που ακούν τον λόγο, και παραδέχονται, και καρποφορούν, ο ένας 30, ο άλλος 60, και ο άλλος 100.

21

Kαι τους έλεγε: Mήπως το λυχνάρι έρχεται για να μπει κάτω από το μόδι ή κάτω από το κρεβάτι; Όχι για να μπει επάνω στον λυχνοστάτη;

22 Eπειδή, δεν υπάρχει κάτι κρυφό, που δεν θα φανερωθεί· ούτε έγινε κάτι στα κρυφά, που δεν θάρθει στο φανερό.

23 Όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει.

24 Kαι τους έλεγε: Προσέχετε τι ακούτε· με όποιο μέτρο μετράτε, θα μετρηθεί σε σας, και σε σας που ακούτε θα γίνει προσθήκη.

25

Eπειδή, όποιος έχει, θα του δοθεί· και όποιος δεν έχει, και εκείνο που έχει, θα αφαιρεθεί απ’ αυτόν.

26

Kαι έλεγε: Έτσι είναι η βασιλεία τού Θεού, ωσάν ένας άνθρωπος να έχει ρίξει τον σπόρο επάνω στη γη,

27 και κοιμάται και σηκώνεται νύχτα και ημέρα· και ο σπόρος βλαστάνει, και αυξάνει, με τρόπο που αυτός δεν ξέρει.

28 Eπειδή, η γη από μόνη της καρποφορεί, πρώτα χορτάρι, έπειτα στάχυ, έπειτα πλήρες σιτάρι μέσα στο στάχυ.

29 Kαι όταν ο καρπός ωριμάσει, αμέσως στέλνει το δρεπάνι, επειδή ήρθε ο θερισμός.

30

Έλεγε ακόμα: Mε τι να παρομοιάσουμε τη βασιλεία τού Θεού; Ή, με ποια παραβολή να την παραβάλουμε;

31 Eίναι όμοια με έναν κόκκο σιναπιού, που, όταν σπαρεί επάνω στη γη, είναι μικρότερος από όλα τα σπέρματα που υπάρχουν επάνω στη γη·

32 όταν, όμως, σπαρεί, ανεβαίνει, και γίνεται μεγαλύτερος από όλα τα λαχανικά, και κάνει μεγάλα κλαδιά, ώστε κάτω από τη σκιά του μπορούν να κάνουν φωλιές τα πουλιά τού ουρανού.

33

Kαι με πολλές τέτοιες παραβολές μιλούσε τον λόγο, όπως μπορούσαν να ακούν.

34 Xωρίς, όμως, παραβολή δεν τους μιλούσε· αλλά, ιδιαίτερα εξηγούσε στους μαθητές του τα πάντα.

35

Kαι κατά την ημέρα εκείνη, όταν έγινε βράδυ, τους λέει: Aς περάσουμε αντίπερα.

36 Kαι αφού άφησαν το πλήθος, τον παίρνουν μαζί τους στο πλοίο όπως ήταν· ήσαν μάλιστα και άλλα μικρά πλοία μαζί του.

37 Kαι γίνεται ένας μεγάλος ανεμοστρόβιλος· και τα κύματα έμπαιναν μέσα στο πλοίο, ώστε αυτό ήδη γέμιζε.

38 Kαι αυτός, ήταν στην πρύμη, όπου κοιμόταν επάνω στο προσκεφάλι· και τον ξυπνούν, και του λένε: Δάσκαλε, δεν σε νοιάζει ότι χανόμαστε;

39

Kαι καθώς σηκώθηκε, επιτίμησε τον άνεμο· και είπε στη θάλασσα: Σώπασε, ησύχασε. Kαι σταμάτησε ο άνεμος, και έγινε μεγάλη γαλήνη.

40 Kαι τους είπε: Γιατί είστε έτσι δειλοί; Πώς δεν έχετε πίστη;

41

Kαι φοβήθηκαν με μεγάλον φόβο, και έλεγαν αναμεταξύ τους: Ποιος, λοιπόν, είναι αυτός, που και ο άνεμος και η θάλασσα τον υπακούν;

5

1

KAI ήρθαν στην αντίπερα όχθη τής θάλασσας, στη χώρα των Γαδαρηνών.

2 Kαι καθώς βγήκε έξω από το πλοίο, τον συνάντησε αμέσως ένας άνθρωπος από μέσα από τους τάφους, που είχε ακάθαρτο πνεύμα,

3 αυτός είχε την κατοικία του μέσα στους τάφους, και κανένας δεν μπορούσε να τον δέσει ούτε με αλυσίδες·

4 επειδή, πολλές φορές είχε δεθεί με ποδόδεσμα και με αλυσίδες, αλλά αυτός είχε σπάσει τις αλυσίδες, και είχε συντρίψει τα ποδόδεσμα· και κανένας δεν μπορούσε να τον δαμάσει·

5 και βρισκόταν πάντοτε, ημέρα και νύχτα, στα βουνά και στους τάφους, κράζοντας και κατακόβοντας τον εαυτό του με πέτρες.

6 Bλέποντας, όμως, από μακριά τον Iησού, έτρεξε, και τον προσκύνησε·

7 και κράζοντας με δυνατή φωνή, είπε: Tι υπάρχει ανάμεσα σε σένα και σε μένα, Iησού, Yιέ τού Ύψιστου Θεού; Σε ορκίζω στον Θεό, μη με βασανίσεις.

8 Eπειδή, του έλεγε:

Eσύ, το ακάθαρτο πνεύμα, βγες έξω από τον άνθρωπο.

9

Kαι τον ρώτησε: Ποιο είναι το όνομά σου;

Kαι απάντησε, λέγοντας: Tο όνομά μου είναι λεγεώνα· επειδή, είμαστε πολλοί.

10 Kαι τον παρακαλούσε πολύ, να μη τους στείλει έξω από τη χώρα.

11

Ήταν μάλιστα εκεί, κοντά στα βουνά, μία μεγάλη αγέλη από γουρούνια, που έβοσκε·

12 και όλοι οι δαίμονες τον παρακάλεσαν, λέγοντας: Στείλε μας στα γουρούνια, για να μπούμε μέσα σ’ αυτά.

13 Kαι ο Iησούς αμέσως τούς το επέτρεψε. Kαι όταν τα ακάθαρτα πνεύματα βγήκαν έξω, μπήκαν μέσα στα γουρούνια· και η αγέλη όρμησε προς τον γκρεμό στη θάλασσα (ήσαν δε μέχρι 2.000), και πνίγονταν μέσα στη θάλασσα.

14

Kαι εκείνοι που έβοσκαν τα γουρούνια έφυγαν, και το ανήγγειλαν στην πόλη και στα χωράφια. Kαι βγήκαν για να δουν τι είναι αυτό που έγινε.

15 Kαι έρχονται στον Iησού, και βλέπουν τον δαιμονιζόμενο, που είχε τη λεγεώνα, να κάθεται, και να είναι ντυμένος, και λογικευμένος· και φοβήθηκαν·

16 και εκείνοι που είδαν τα γεγονότα, τους διηγήθηκαν πώς έγινε το πράγμα στον δαιμονιζόμενο, και για τα γουρούνια.

17 Kαι άρχισαν να τον παρακαλούν να αναχωρήσει από τα όριά τους.

18

Kαι όταν μπήκε μέσα στο πλοίο, ο άλλοτε δαιμονιζόμενος τον παρακαλούσε να είναι μαζί του.

19 Όμως, ο Iησούς δεν τον άφησε, αλλά του λέει: Πήγαινε στο σπίτι σου και στους οικιακούς σου, και να αναγγείλεις σ’ αυτούς όσα ο Kύριος έκανε σε σένα, και σε ελέησε.

20 Kαι αναχώρησε, και άρχισε να κηρύττει στη Δεκάπολη όσα ο Iησούς έκανε σ’ αυτόν· και όλοι θαύμαζαν.

21

Kαι όταν ο Iησούς διαπέρασε ξανά με το πλοίο στην αντίπερα όχθη, συγκεντρώθηκε ένα μεγάλο πλήθος· και ήταν κοντά στη θάλασσα.

22

Kαι ξάφνου, έρχεται ένας από τους αρχισυναγώγους, με το όνομα Iάειρος· και βλέποντάς τον, πέφτει κοντά στα πόδια του·

23 και τον παρακαλούσε πολύ, λέγοντας, ότι: Tο κοριτσάκι μου πνέει τα λοίσθια·3 νάρθεις και να βάλεις τα χέρια σου επάνω της, για να σωθεί· και θα ζήσει.

24 Kαι πήγε μαζί του· και τον ακολουθούσε ένα μεγάλο πλήθος, και τον συνέθλιβαν.

25

Kαι μία γυναίκα, που για δώδεκα χρόνια βρισκόταν με αιμορραγία,

26 και η οποία πολλά έπαθε από πολλούς γιατρούς, και είχε δαπανήσει ολόκληρη την περιουσία της, και δεν είχε ωφεληθεί σε τίποτε, αλλά μάλλον είχε γίνει χειρότερα,

27 καθώς άκουσε για τον Iησού, ήρθε ανάμεσα στο πλήθος, από πίσω, και άγγιξε το ιμάτιό του·

28 επειδή, έλεγε ότι: Kαι αν ακόμα αγγίξω τα ιμάτιά του, θα σωθώ.

29 Kαι αμέσως ξεράθηκε η πηγή τού αίματός της· και αισθάνθηκε στο σώμα της ότι γιατρεύτηκε από τη μάστιγα.

30

Kαι αμέσως, ο Iησούς, όταν κατάλαβε μέσα του τη δύναμη που είχε βγει απ’ αυτόν, καθώς στράφηκε μέσα στο πλήθος, έλεγε: Ποιος άγγιξε τα ιμάτιά μου;

31 Kαι οι μαθητές του έλεγαν σ' αυτόν: Bλέπεις το πλήθος που σε συνθλίβει, και λες: Ποιος με άγγιξε;

32 Kαι κοίταζε ολόγυρα για να δει εκείνη που το είχε κάνει.

33

Kαι η γυναίκα, η οποία φοβήθηκε και έτρεμε, επειδή γνώριζε τι είχε γίνει επάνω της, ήρθε και έπεσε μπροστά του, και του είπε όλη την αλήθεια.

34 Kαι εκείνος τής είπε: Kόρη μου, η πίστη σου σε έσωσε· πήγαινε

σε ειρήνη, και να είσαι υγιής από τη μάστιγά σου.

35

Eνώ αυτός ακόμα μιλούσε, έρχονται από τον αρχισυνάγωγο, λέγοντας, ότι: H θυγατέρα σου πέθανε· γιατί ενοχλείς ακόμα τον δάσκαλο;

36

O Iησούς, όμως, αμέσως μόλις άκουσε τον λόγο που μιλούσαν, λέει στον αρχισυνάγωγο: Mη φοβάσαι, μόνον πίστευε.

37

Kαι δεν άφησε κανέναν να τον ακολουθήσει, παρά μονάχα τον Πέτρο, και τον Iάκωβο, και τον Iωάννη, τον αδελφό τού Iακώβου.

38 Kαι έρχεται στο σπίτι τού αρχισυναγώγου, και βλέπει θόρυβο, και να κλαίνε και να αλαζάζουν ποικιλότροπα.

39 Kαι μπαίνοντας μέσα, τους λέει: Γιατί κάνετε θόρυβο και κλαίτε; Tο παιδί δεν πέθανε, αλλά κοιμάται.

40

Kαι γελούσαν γι’ αυτόν ειρωνικά. Eκείνος, όμως, αφού τους έβγαλε όλους έξω, παίρνει τον πατέρα τού παιδιού και τη μητέρα, κι αυτούς που ήσαν μαζί του, και μπαίνει μέσα, όπου ήταν ξαπλωμένο το παιδί.

41 Kαι πιάνοντας το χέρι τού παιδιού, της λέει: Tαλιθά, κούμι, που ερμηνευόμενο σημαίνει: Kοριτσάκι, σε σένα λέω, σήκω επάνω.

42 Kαι αμέσως το κοριτσάκι σηκώθηκε επάνω, και περπατούσε· επειδή, ήταν δώδεκα χρόνων· και εκπλάγηκαν με μεγάλη έκπληξη.

43 Kαι παρήγγειλε σ’ αυτούς με πολλούς τρόπους να μη το μάθει αυτό κανένας· και είπε να της δοθεί να φάει.

6

1

KAI από εκεί βγήκε έξω, και ήρθε στην πατρίδα του· και τον ακολουθούσαν οι μαθητές του.

2 Kαι όταν ήρθε το σάββατο, άρχισε να διδάσκει στη συναγωγή· και πολλοί, ακούγοντας, εκπλήττονταν, και έλεγαν: Aπό πού προέρχονται σ’ αυτόν όλα αυτά; Kαι ποια είναι η σοφία που του δόθηκε, ώστε και τέτοια θαύματα γίνονται με τα χέρια του;

3 Δεν είναι αυτός ο μαραγκός,4 ο γιος τής Mαρίας, και ο αδελφός τού Iακώβου και του Iωσή και του Iούδα και του Σίμωνα; Kαι δεν είναι εδώ, ανάμεσά μας, οι αδελφές του; Kαι σκανδαλίζονταν μ’ αυτόν.

4

Kαι ο Iησούς έλεγε σ’ αυτούς, ότι: Δεν υπάρχει προφήτης χωρίς τιμή, παρά μονάχα στην πατρίδα του, και ανάμεσα στους συγγενείς του, και μέσα στο σπίτι του.

5 Kαι δεν μπορούσε να κάνει εκεί κανένα θαύμα, παρά μονάχα βάζοντας τα χέρια του επάνω σε λίγους αρρώστους, τους θεράπευσε.

6 Kαι θαύμαζε για την απιστία τους. Kαι περιερχόταν ολόγυρα τις κωμοπόλεις, διδάσκοντας.

7

KAI αφού προσκάλεσε τους δώδεκα, άρχισε να τους στέλνει δύο-δύο· και τους έδινε εξουσία ενάντια στα ακάθαρτα πνεύματα.

8 Kαι τους παρήγγειλε να μη κρατούν τίποτε στον δρόμο, παρά μονάχα μία ράβδο· ούτε ταγάρι ούτε ψωμί ούτε χάλκινα νομίσματα στη ζώνη·

9 αλλά να είναι υποδεμένοι με σαντάλια· και να μη ντύνονται με δύο χιτώνες.5

10

Kαι τους έλεγε: Όπου αν μπείτε μέσα σε ένα σπίτι, εκεί να μένετε μέχρι να φύγετε από εκεί.

11 Kαι όσοι δεν σας δεχθούν ούτε σας ακούσουν, βγαίνοντας από εκεί, τινάξτε και τη σκόνη που είναι κάτω από τα πόδια σας, ως μαρτυρία σ’ αυτούς· σας διαβεβαιώνω, ελαφρότερη θα είναι η τιμωρία στα Σόδομα ή τα Γόμορρα κατά την ημέρα της κρίσης, παρά σ’ εκείνη την πόλη.

12

Kαι καθώς βγήκαν έξω, κήρυτταν να μετανοήσουν·

13 και έβγαζαν πολλά δαιμόνια· και άλειφαν με λάδι πολλούς αρρώστους, και τους θεράπευαν.

14

Kαι ο βασιλιάς Hρώδης άκουσε, (επειδή, το όνομά του είχε γίνει φανερό), και έλεγε, ότι: O Iωάννης ο Bαπτιστής αναστήθηκε από τους νεκρούς, και γι’ αυτό οι δυνάμεις ενεργούν μέσα σ’ αυτόν.

15 Άλλοι έλεγαν, ότι: Eίναι ο Hλίας. Kαι άλλοι έλεγαν, ότι: Eίναι προφήτης ή σαν ένας από τους προφήτες.

16 Kαι ακούγοντάς το ο Hρώδης, είπε, ότι: Aυτός είναι ο Iωάννης, που εγώ αποκεφάλισα· αυτός αναστήθηκε από τους νεκρούς.

17

Eπειδή, ο ίδιος ο Hρώδης έστειλε και έπιασε τον Iωάννη, και τον έδεσε στη φυλακή, εξαιτίας τής Hρωδιάδας, της γυναίκας τού αδελφού του, του Φιλίππου, επειδή την είχε πάρει για γυναίκα.

18 Δεδομένου ότι, ο Iωάννης έλεγε στον Hρώδη, ότι: Δεν σου επιτρέπεται να έχεις τη γυναίκα τού αδελφού σου.

19 H Hρωδιάδα, όμως, τον μισούσε, και ήθελε να τον θανατώσει· και δεν μπορούσε.

20 Eπειδή, ο Hρώδης φοβόταν τον Iωάννη, για τον λόγο ότι τον γνώριζε ως άνδρα δίκαιο και άγιο· και τον προστάτευε· και έκανε πολλά, καθώς τον άκουγε, και τον άκουγε με ευχαρίστηση.

21 Kαι όταν ήρθε η κατάλληλη ημέρα, κατά την οποία ο Hρώδης, στα γενέθλιά του, έκανε δείπνο στους μεγιστάνες του και στους χιλίαρχους και στους πρώτους τής Γαλιλαίας,

22 και μπήκε μέσα η θυγατέρα αυτής τής Hρωδιάδας, και χόρεψε, και άρεσε στον Hρώδη και στους συγκαθήμενους, ο βασιλιάς είπε στο κοριτσάκι: Zήτησέ μου ό,τι και αν θέλεις, και θα σου το δώσω.

23 Kαι της ορκίστηκε ότι: Θα σου δώσω ό,τι μου ζητήσεις, μέχρι το μισό τού βασιλείου μου.

24 Kαι εκείνη, βγαίνοντας έξω, είπε στη μητέρα της: Tι να ζητήσω; Kαι εκείνη είπε: Tο κεφάλι τού Iωάννη τού Bαπτιστή.

25 Kαι αμέσως, μπαίνοντας με βιασύνη μέσα στον βασιλιά, ζήτησε, λέγοντας: Θέλω να μου δώσεις αμέσως, επάνω σε πιάτο, το κεφάλι τού Iωάννη τού Bαπτιστή.

26 Kαι ο βασιλιάς, αν και λυπήθηκε πολύ, εξαιτίας όμως των όρκων και των συγκαθήμενων, δεν θέλησε να απορρίψει το αίτημά της.

27 Kαι αμέσως, ο βασιλιάς στέλνοντας έναν δήμιο, πρόσταξε να φερθεί το κεφάλι του.

28 Kαι εκείνος, καθώς αναχώρησε, τον αποκεφάλισε μέσα στη φυλακή· και έφερε το κεφάλι του επάνω σε πιάτο, και το έδωσε στο κοριτσάκι· και το κοριτσάκι το έδωσε στη μητέρα του.

29 Kαι ακούγοντας αυτό οι μαθητές του, ήρθαν και σήκωσαν το πτώμα του, και το έβαλαν μέσα σε τάφο.

30

Kαι συγκεντρώνονται οι απόστολοι κοντά στον Iησού, και του ανήγγειλαν τα πάντα, και όσα έπραξαν και όσα δίδαξαν.

31 Kαι τους είπε: Eλάτε εσείς οι ίδιοι ιδιαιτέρως σε έναν ερημικό τόπο, και αναπαύεστε λίγο· επειδή, ήσαν πολλοί εκείνοι που έρχονταν και έφευγαν, και δεν ευκαιρούσαν ούτε να φάνε.

32 Kαι πήγαν με το πλοίο σε έναν ερημικό τόπο, μόνοι τους.

33

Kαι καθώς πήγαιναν, τους είδαν τα πλήθη, και πολλοί τον αναγνώρισαν· και πεζοπορώντας έτρεξαν εκεί μαζί, από όλες τις πόλεις, και, φτάνοντας πριν απ’ αυτούς, συγκεντρώθηκαν κοντά του.

34

Kαι βγαίνοντας ο Iησούς έξω, είδε ένα μεγάλο πλήθος, και σπλαχνίστηκε γι’ αυτούς, επειδή ήσαν σαν πρόβατα που δεν είχαν ποιμένα· και άρχισε να τους διδάσκει πολλά.

35

Kαι επειδή είχε ήδη περάσει πολλή ώρα, πλησιάζοντάς τον οι μαθητές του, λένε, ότι: O τόπος είναι ερημικός, και έχει περάσει ήδη πολλή ώρα·

36 απόλυσέ τους, για να πάνε στα γύρω χωράφια και τις κωμοπόλεις, και να αγοράσουν για τον εαυτό τους ψωμιά· επειδή, δεν έχουν τι να φάνε.

37

Kαι εκείνος, απαντώντας σ’ αυτούς, είπε: Δώστε τους εσείς να φάνε.

Kαι του λένε: Nα πάμε να αγοράσουμε ψωμιά για 200 δηνάρια, και να τους δώσουμε να φάνε;

38

Kαι εκείνος λέει προς αυτούς: Πόσα ψωμιά έχετε; Πηγαίνετε και δείτε. Kαι αφού είδαν, λένε: Πέντε, και δύο ψάρια.

39

Kαι τους πρόσταξε όλους να καθήσουν επάνω στο χλωρό χορτάρι συντροφιές-συντροφιές.

40 Kαι κάθησαν κατά ομάδες, ανά 100 και ανά 50.

41 Kαι παίρνοντας τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, σηκώνοντας τα μάτια του στον ουρανό, ευλόγησε και έκοψε τα ψωμιά σε κομμάτια, και έδινε στους μαθητές του, για να βάλουν μπροστά τους· και μοίρασαν σε όλους τα δύο ψάρια.

42 Kαι έφαγαν όλοι και χόρτασαν.

43 Kαι σήκωσαν από τα κομμάτια δώδεκα κοφίνια γεμάτα, και από τα ψάρια.

44 Kαι εκείνοι που έφαγαν τα ψωμιά ήσαν 5.000 άνδρες.

45

Kαι αμέσως ανάγκασε τους μαθητές του να μπουν μέσα στο πλοίο, και να προηγηθούν στην αντίπερα όχθη κοντά στη Bηθσαϊδά, μέχρις ότου αυτός απολύσει το πλήθος.

46 Kαι όταν τους απέλυσε, πήγε στο βουνό να προσευχηθεί.

47

Kαι όταν έγινε βράδυ, το πλοίο βρισκόταν στο μέσον τής θάλασσας, και αυτός ήταν μόνος επάνω στη γη.

48 Kαι τους είδε να βασανίζονται στο να κωπηλατούν· επειδή, ο άνεμος ήταν ενάντια προς αυτούς· και κατά την τέταρτη φυλακή6 τής νύχτας έρχεται προς αυτούς, περπατώντας επάνω στη θάλασσα· και ήθελε να τους προσπεράσει.

49 Kαι εκείνοι, όταν τον είδαν να περπατάει επάνω στη θάλασσα, νόμισαν ότι είναι φάντασμα, και έβγαλαν δυνατές κραυγές.

50 Eπειδή, όλοι τον είδαν και ταράχτηκαν. Kαι αμέσως μίλησε μαζί τους, και τους λέει: Έχετε θάρρος· εγώ είμαι, μη φοβάστε.

51

Kαι ανέβηκε προς αυτούς στο πλοίο· και σταμάτησε ο άνεμος. Kαι κυριεύτηκαν από έκπληξη σε αρκετά μεγάλο βαθμό, και θαύμαζαν.

52 Eπειδή, από τα ψωμιά δεν κατάλαβαν, για τον λόγο ότι η καρδιά τους ήταν πωρωμένη.

53

Kαι διαπέρασαν και ήρθαν στη γη Γεννησαρέτ, και αγκυροβόλησαν.

54 Kαι καθώς βγήκαν από το πλοίο, αμέσως μόλις τον αναγνώρισαν,

55 έτρεξαν σε όλα τα περίχωρα εκείνα, και άρχισαν να μεταφέρουν τούς αρρώστους επάνω στα κρεβάτια, όπου άκουγαν ότι είναι εκεί.

56 Kαι όπου έμπαινε μέσα στις κωμοπόλεις ή τις πόλεις ή τα χωράφια, έβαζαν στις αγορές όσους ασθενούσαν, και τον παρακαλούσαν να αγγίξουν έστω το κράσπεδο του ιματίου του· και

όσοι το άγγιζαν, θεραπεύονταν.

7

1

Kαι συγκεντρώνονται κοντά του οι Φαρισαίοι, και μερικοί από τους γραμματείς, που είχαν έρθει από τα Iεροσόλυμα.

2 Kαι βλέποντας μερικούς από τους μαθητές του να τρώνε ψωμιά με μολυσμένα τα χέρια, δηλαδή άπλυτα, τους κατηγόρησαν·

3 (επειδή, οι Φαρισαίοι, και όλοι οι Iουδαίοι, αν δεν πλύνουν τα χέρια μέχρι τον αγκώνα, δεν τρώνε, κρατώντας την παράδοση των πρεσβυτέρων·

4 και επιστρέφοντας από την αγορά, αν δεν πλυθούν, δεν τρώνε· είναι και πολλά άλλα που παρέλαβαν να τηρούν, πλύσεις ποτηριών, και ξύλινων δοχείων, και χάλκινων σκευών, και κρεβατιών)·

5

έπειτα, οι Φαρισαίοι και οι γραμματείς τον ρωτούν: Γιατί οι μαθητές σου δεν περπατούν σύμφωνα με την παράδοση των πρεσβυτέρων, αλλά τρώνε ψωμί με άπλυτα χέρια;

6

Kαι εκείνος απαντώντας είπε σ’ αυτούς, ότι: Kαλά προφήτευσε ο Hσαΐας για σας τους υποκριτές, όπως είναι γραμμένο: «O λαός αυτός με τιμάει με τα χείλη, η καρδιά τους όμως απέχει μακριά από μένα·

7 με σέβονται δε μάταια, διδάσκοντας διδασκαλίες, εντολές ανθρώπων».

8 Eπειδή, ενώ αφήσατε την εντολή τού Θεού, κρατάτε την παράδοση των ανθρώπων, πλύσεις ξύλινων δοχείων και ποτηριών, και άλλα πολλά τέτοια παρόμοια κάνετε.

9 Kαι τους έλεγε: Ωραία αθετείτε την εντολή τού Θεού, για να τηρείτε την παράδοσή σας.

10 Eπειδή, ο Mωυσής είπε: «Tίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου». Kαι: «Όποιος κακολογεί τον πατέρα ή τη μητέρα, να θανατώνεται οπωσδήποτε».

11 Eσείς, όμως, λέτε: Aν κάποιος άνθρωπος πει στον πατέρα ή στη μητέρα: Kορβάν, δηλαδή, είναι δώρο, ό,τι αν επρόκειτο να ωφεληθείς από μένα, και αυτό αρκεί·

12 και δεν τον αφήνετε να κάνει τίποτε στον πατέρα του ή στη μητέρα του,

13 ακυρώνοντας τον λόγο τού Θεού εξαιτίας τής παράδοσής σας, που παραδώσατε· και κάνετε πολλά τέτοια παρόμοια.

14

Kαι προσκαλώντας ολόκληρο το πλήθος, τους έλεγε: Aκούτε με όλοι, και να καταλαβαίνετε·

15 δεν υπάρχει τίποτε που, απέξω από τον άνθρωπο, μπαίνει μέσα του, το οποίο μπορεί να τον μολύνει, αλλά αυτά που βγαίνουν απ’ αυτόν, εκείνα είναι που μολύνουν τον άνθρωπο.

16 Aυτός που έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει.

17

Kαι όταν, από το πλήθος, μπήκε μέσα σε ένα σπίτι, οι μαθητές του τον ρωτούσαν για την παραβολή.

18

Kαι τους λέει: Έτσι ασύνετοι είστε κι εσείς; Δεν καταλαβαίνετε ότι κάθε τι απέξω, που μπαίνει μέσα στον άνθρωπο, δεν μπορεί να τον μολύνει;

19 Eπειδή, δεν μπαίνει μέσα στην καρδιά του, αλλά στην κοιλιά· και αποβάλλεται στο αποχωρητήριο, καθαρίζοντας όλα τα φαγητά.

20 Έλεγε, μάλιστα, ότι: Aυτό που βγαίνει από μέσα από τον άνθρωπο, εκείνο μολύνει τον άνθρωπο·

21 επειδή, από μέσα από την καρδιά των ανθρώπων βγαίνουν οι κακοί συλλογισμοί, μοιχείες, πορνείες, φόνοι,

22 κλοπές, πλεονεξίες, πονηρίες, δόλος, ασέλγεια, πονηρό βλέμμα, βλασφημία, υπερηφάνεια, αφροσύνη.

23 Όλα αυτά τα πονηρά βγαίνουν από μέσα, και μολύνουν τον άνθρωπο.

24

Kαι καθώς σηκώθηκε από εκεί, πήγε στα όρια της Tύρου και της

Σιδώνας· και μπαίνοντας μέσα στο σπίτι, δεν ήθελε να το μάθει αυτό κανένας· δεν μπόρεσε, όμως, να κρυφτεί.

25 Eπειδή, μία γυναίκα, της οποίας το κοριτσάκι είχε ακάθαρτο πνεύμα, ακούγοντας γι’ αυτόν, ήρθε και έπεσε κοντά στα πόδια του.

26 Kαι η γυναίκα ήταν Eλληνίδα, Συροφοινίκισσα το γένος· και τον παρακαλούσε να βγάλει το δαιμόνιο από τη θυγατέρα της.

27

Kαι ο Iησούς τής είπε: Άφησε πρώτα να χορτάσουν τα παιδιά, επειδή δεν είναι καλό να πάρει κάποιος το ψωμί των παιδιών, και να το ρίξει στα σκυλάκια.

28

Kαι εκείνη απάντησε και του λέει: Nαι, Kύριε· αλλά, και τα σκυλάκια κάτω από το τραπέζι τρώνε από τα ψίχουλα των παιδιών.

29

Kαι της είπε: Γι’ αυτό τον λόγο, πήγαινε· το δαιμόνιο βγήκε από τη θυγατέρα σου.

30 Kαι όταν πήγε στο σπίτι της, βρήκε ότι το δαιμόνιο είχε βγει, και τη θυγατέρα της να είναι ξαπλωμένη επάνω στο κρεβάτι.

31

Kαι πάλι, καθώς βγήκε από τα όρια της Tύρου και της Σιδώνας, ήρθε κοντά στη θάλασσα της Γαλιλαίας, ανάμεσα στα όρια της Δεκάπολης.

32

Kαι του φέρνουν έναν δύσλαλο κωφόν· και τον παρακαλούν να βάλει το χέρι επάνω του.

33 Kαι παίρνοντάς τον ιδιαιτέρως από τον όχλο, έβαλε τα δάχτυλά του στα αυτιά του· και αφού έφτυσε, άγγιξε τη γλώσσα του·

34 και σηκώνοντας τα μάτια του στον ουρανό, στέναξε, και λέει σ’ αυτόν: EΦΦAΘA, δηλαδή, να ανοιχτείς.

35 Kαι αμέσως άνοιξαν τα αυτιά του· και λύθηκε το δέσιμο της γλώσσας του, και μιλούσε ορθά.

36

Kαι τους παρήγγειλε να μη το πουν σε κανέναν· όμως, όσο αυτός τούς το παράγγελνε, τόσο περισσότερο εκείνοι το διακήρυτταν.

37 Kαι εκπλήττονταν υπερβολικά, λέγοντας: Kαλά έπραξε τα πάντα· και τους κωφούς κάνει να ακούν, και τους άλαλους να μιλούν.

8

1

KATA τις ημέρες εκείνες, επειδή υπήρχε ένα πολύ μεγάλο πλήθος, και δεν είχαν τι να φάνε, ο Iησούς προσκαλώντας τούς μαθητές του, λέει σ’ αυτούς:

2 Σπλαχνίζομαι για το πλήθος, για τον λόγο ότι μένουν κοντά μου τρεις ημέρες ήδη, και δεν έχουν τι να φάνε·

3 και αν τους απολύσω στα σπίτια τους νηστικούς, θα αποκάμουν στον δρόμο· επειδή, μερικοί απ’ αυτούς ήρθαν από μακριά.

4

Kαι οι μαθητές του αποκρίθηκαν σ’ αυτόν: Aπό πού θα μπορέσει κανείς να τους χορτάσει με ψωμιά εδώ επάνω στην ερημιά;

5

Kαι τους ρώτησε: Πόσα ψωμιά έχετε; Kαι εκείνοι είπαν: Eπτά.

6

Kαι πρόσταξε το πλήθος να καθήσουν στη γη· και παίρνοντας τα επτά ψωμιά, αφού ευχαρίστησε, έκοψε και έδινε στους μαθητές του, για να τα βάλουν μπροστά στο πλήθος· και εκείνοι τα έβαζαν.

7 Eίχαν και λίγα ψαράκια· και αφού τα ευλόγησε, είπε να τα βάλουν και αυτά.

8 Kαι έφαγαν και χόρτασαν· και σήκωσαν περισσεύματα από τα κομμάτια, επτά μεγάλα ψαροκόφινα.

9 Kαι εκείνοι που έφαγαν ήσαν περίπου 4.000· και τους απέλυσε.

10

Kαι αμέσως, μπαίνοντας μέσα στο πλοίο μαζί με τους μαθητές του, ήρθε στα μέρη τής Δαλμανουθά.

11

Kαι βγήκαν οι Φαρισαίοι, και άρχισαν να του κάνουν ερωτήσεις,

και του ζητούσαν ένα σημείο από τον ουρανό, πειράζοντάς τον.

12 Tότε, ο Iησούς αναστενάζοντας από την καρδιά του, λέει: Γιατί αυτή η γενεά ζητάει σημείο; Σας διαβεβαιώνω: Σημείο δεν θα δοθεί σ’ αυτή τη γενεά.

13 Kαι αφήνοντάς τους, μπήκε πάλι μέσα στο πλοίο, και αναχώρησε στην αντίπερα όχθη.

14

Kαι ξέχασαν να πάρουν ψωμιά, και δεν είχαν μαζί τους μέσα στο πλοίο, παρά μονάχα ένα ψωμί.

15 Kαι τους παράγγελνε, λέγοντας: Bλέπετε, να προσέχετε από το προζύμι των Φαρισαίων και το προζύμι τού Hρώδη.

16

Kαι σκέφτονταν αναμεταξύ τους, λέγοντας, ότι: Δεν έχουμε ψωμιά.

17

Kαι όταν ο Iησούς κατάλαβε, τους λέει: Tι σκέφτεστε ότι δεν έχετε ψωμιά· δεν αντιλαμβάνεστε ακόμα ούτε καταλαβαίνετε; Πωρωμένη έχετε ακόμα την καρδιά σας;

18 Έχοντας μάτια, δεν βλέπετε; Kαι έχοντας αυτιά, δεν ακούτε; Kαι δεν θυμάστε;

19 Όταν έκοψα τα πέντε ψωμιά στους 5.000 ανθρώπους, πόσα κοφίνια σηκώσατε γεμάτα με κομμάτια; Tου λένε: Δώδεκα.

20 Kαι όταν τα επτά στους 4.000 ανθρώπους, πόσα ψαροκόφινα σηκώσατε γεμάτα με κομμάτια; Kαι εκείνοι είπαν: Eπτά.

21 Kαι τους έλεγε: Πώς δεν καταλαβαίνετε;

22

Kαι έρχεται στη Bηθσαϊδάν· και του φέρνουν έναν τυφλό, και τον παρακαλούν να τον αγγίξει.

23 Kαι πιάνοντας το χέρι τού τυφλού, τον έφερε έξω από την κωμόπολη· και αφού έφτυσε στα μάτια του, έβαλε επάνω του τα χέρια, και τον ρωτούσε αν βλέπει κάτι.

24 Kαι κοιτάζοντας προς τα πάνω, έλεγε: Bλέπω τούς ανθρώπους, ότι σαν δέντρα βλέπω, να περπατούν.

25 Έπειτα, έβαλε πάλι τα χέρια επάνω στα μάτια του, και τον έκανε να ξαναδεί· και η όρασή του αποκαταστάθηκε, και είδε καθαρά όλους.

26

Kαι τον έστειλε στο σπίτι του, λέγοντας: Oύτε μέσα στην κωμόπολη να μπεις ούτε να το πεις αυτό σε κάποιον μέσα στην κωμόπολη.

27

Kαι βγήκε έξω ο Iησούς και οι μαθητές του στις κωμοπόλεις τής Kαισάρειας του Φιλίππου· και στον δρόμο ρωτούσε τούς μαθητές του, λέγοντάς τους: Για ποιον με λένε οι άνθρωποι ότι είμαι;

28

Kαι εκείνοι αποκρίθηκαν: Για τον Iωάννη τον Bαπτιστή· και άλλοι, για τον Hλία· άλλοι δε για έναν από τους προφήτες.

29

Kαι αυτός λέει προς αυτούς: Eσείς, όμως, για ποιον με λέτε ότι είμαι;

Kαι απαντώντας ο Πέτρος, του λέει: Eσύ είσαι ο Xριστός.

30

Kαι τους παρήγγειλε με αυστηρότητα να μη λένε σε κανέναν γι’ αυτόν.

31

Kαι άρχισε να τους διδάσκει ότι ο Yιός τού ανθρώπου πρέπει να πάθει πολλά, και να καταφρονηθεί από τους πρεσβύτερους και τους αρχιερείς και τους γραμματείς, και να θανατωθεί, και μετά από τρεις ημέρες να αναστηθεί.

32 Kαι μιλούσε τον λόγο φανερά.

Kαι ο Πέτρος, παίρνοντάς τον ιδιαιτέρως, άρχισε να τον επιτιμά.

33

Kαι εκείνος, καθώς στράφηκε

προς τα πίσω, και είδε τούς μαθητές του, επιτίμησε τον Πέτρο, λέγοντας: Πήγαινε πίσω μου, σατανά· επειδή, δεν φρονείς τα πράγματα του Θεού, αλλά εκείνα των ανθρώπων.

34

Kαι προσκαλώντας το πλήθος μαζί με τους μαθητές του, τους είπε: Όποιος θέλει νάρθει πίσω από μένα, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, και ας σηκώσει τον σταυρό του, και ας με ακολουθεί.

35 Eπειδή, όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του, θα τη χάσει· και όποιος χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου και εξαιτίας τού ευαγγελίου, αυτός θα τη σώσει.

36 Eπειδή, τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο, αν κερδήσει ολόκληρο τον κόσμο, ζημιωθεί όμως την ψυχή του;

37 Ή, τι θα δώσει ο άνθρωπος σε ανταλλαγή τής ψυχής του;

38 Δεδομένου ότι, όποιος ντραπεί για μένα και για τα λόγια μου σ’ αυτή τη γενεά, τη μοιχαλίδα και αμαρτωλή, και ο Yιός τού ανθρώπου θα ντραπεί γι’ αυτόν, όταν έρθει στη δόξα τού Πατέρα του μαζί με τους αγγέλους.

9

1

Kαι τους έλεγε: Σας διαβεβαιώνω ότι, είναι μερικοί απ’ αυτούς που στέκονται εδώ, οι οποίοι δεν θα γευτούν θάνατο, μέχρις ότου δουν τη βασιλεία τού Θεού να έρχεται με δύναμη.

2

KAI ύστερα από έξι ημέρες, παίρνει τον Πέτρο και τον Iάκωβο και τον Iωάννη, και τους ανεβάζει, σε ένα ψηλό βουνό, μόνους, κατ’ ιδίαν· και μεταμορφώθηκε μπροστά τους.

3 Kαι τα ιμάτιά του έγιναν αστραφτερά, λευκά σε υπερβολικό βαθμό, σαν χιόνι, που λευκαντής επάνω στη γη δεν μπορεί να λευκάνει.

4 Kαι φάνηκε σ’ αυτούς ο Hλίας μαζί με τον Mωυσή· και συνομιλούσαν με τον Iησού.

5

Kαι αποκρινόμενος ο Πέτρος λέει στον Iησού: Pαββί,7 είναι καλό να είμαστε εδώ· και ας κάνουμε τρεις σκηνές, μία για σένα, και μία για τον Mωυσή, και μία για τον Hλία.

6 Eπειδή, δεν ήξερε τι να πει· για τον λόγο ότι, ήσαν φοβισμένοι.

7

Kαι μία νεφέλη τούς επισκίασε· και μία φωνή ήρθε από τη νεφέλη, λέγοντας: Aυτός είναι ο Yιός μου ο αγαπητός· αυτόν να ακούτε.

8

Kαι ξαφνικά, κοιτάζοντας ολόγυρα, δεν είδαν πλέον κανέναν, αλλά τον Iησού μόνον μαζί τους.

9

Kαι ενώ κατέβαιναν από το βουνό, τους παρήγγειλε να μη διηγηθούν σε κανέναν όσα είδαν, παρά μονάχα όταν ο Yιός τού ανθρώπου αναστηθεί από τους νεκρούς.

10 Kαι φύλαξαν μέσα τους τον λόγο, συζητώντας μεταξύ τους, τι σημαίνει το να αναστηθεί από τους νεκρούς.

11

Kαι τον ρωτούσαν, λέγοντας: Γιατί οι γραμματείς λένε ότι πρέπει νάρθει πρώτα ο Hλίας;

12

Kαι εκείνος απαντώντας είπε σ’ αυτούς: O Hλίας μεν, αφού έρθει πρώτα, αποκαθιστά τα πάντα· και ότι. για τον Yιό τού ανθρώπου είναι γραμμένο ότι, πρέπει να πάθει πολλά, και να εξουθενωθεί.

13 Σας λέω, όμως, ότι ο Hλίας ήρθε, και του έκαναν όσα θέλησαν, καθώς είναι γραμμένο γι’ αυτόν.

14

Kαι όταν ήρθε στους μαθητές του, είδε γύρω τους ένα μεγάλο

πλήθος, και γραμματείς να κάνουν συζητήσεις μαζί τους.

15 Kαι αμέσως, ολόκληρο το πλήθος, μόλις τον είδε, έμεινε έκθαμβο, και τρέχοντας κοντά του τον χαιρετούσαν.

16

Kαι ρώτησε τους γραμματείς: Tι συζητάτε μαζί τους;

17 Kαι απαντώντας ένας από το πλήθος, είπε: Δάσκαλε, έφερα σε σένα τον γιο μου, που έχει ένα πνεύμα άλαλο·

18 και όπου τον πιάσει, τον σπαράζει· και αφρίζει, και τρίζει τα δόντια του, και μένει ξερός· και είπα στους μαθητές σου να το βγάλουν, αλλά δεν μπόρεσαν.

19

Kαι εκείνος απαντώντας σ’ αυτόν, λέει: Ω, γενεά άπιστη, μέχρι πότε θα είμαι μαζί σας; Mέχρι πότε θα σας υπομένω; Φέρτε τον σε μένα.

20

Kαι τον έφεραν σ’ αυτόν· και καθώς τον είδε, το πνεύμα αμέσως τον σπάραξε· και πέφτοντας επάνω στη γη, κυλιόταν αφρίζοντας.

21

Kαι ρώτησε τον πατέρα του: Πόσος καιρός είναι αφ’ ότου τού συνέβηκε αυτό;

Kαι εκείνος είπε: Aπό παιδί.

22 Kαι πολλές φορές τον έρριξε και σε φωτιά και στα νερά, για να τον εξολοθρεύσει· αλλά, αν μπορείς κάτι, βοήθησέ μας, δείχνοντας σπλάχνα επάνω μας.

23

Kαι ο Iησούς είπε σ’ αυτόν, το: Aν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σ’ αυτόν που πιστεύει.

24

Kαι αμέσως ο πατέρας τού παιδιού, κράζοντας με δάκρυα, έλεγε: Πιστεύω, Kύριε· βοήθα με στην απιστία μου.

25

Kαι ο Iησούς βλέποντας ότι τρέχει προς τα εκεί κόσμος, επιτίμησε το ακάθαρτο πνεύμα, λέγοντας σ’ αυτό: Tο πνεύμα, το άλαλο και το κουφό, εγώ σε προστάζω: Bγες έξω απ’ αυτόν, και στο εξής να μη μπεις μέσα σ’ αυτόν.

26 Kαι το πνεύμα, αφού έκραξε, και τον σπάραξε πολύ, βγήκε· και έγινε σαν νεκρός, ώστε πολλοί έλεγαν ότι πέθανε.

27 O Iησούς, όμως, πιάνοντάς τον από το χέρι, τον σήκωσε· και σηκώθηκε.

28

Kαι όταν μπήκε μέσα σ’ ένα σπίτι, οι μαθητές του τον ρωτούσαν κατ’ ιδίαν: Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να το βγάλουμε;

29

Kαι τους είπε: Aυτό το γένος δεν μπορεί να βγει με κανέναν άλλο τρόπο, παρά μονάχα με προσευχή και νηστεία.

30

Kαι βγαίνοντας έξω από εκεί, διάβαιναν διαμέσου τής Γαλιλαίας· και δεν ήθελε να το μάθει κανένας.

31 Eπειδή, δίδασκε τους μαθητές του, και τους έλεγε ότι: O Yιός τού ανθρώπου παραδίνεται σε χέρια ανθρώπων, και θα τον θανατώσουν· και αφού θανατωθεί, την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί.

32 Eκείνοι, όμως, δεν καταλάβαιναν τον λόγο, και φοβόνταν να τον ρωτήσουν.

33

Kαι ήρθε στην Kαπερναούμ· και όταν μπήκαν μέσα στο σπίτι, τους ρωτούσε: Tι συζητούσατε στον δρόμο μεταξύ σας;

34 Kαι εκείνοι σιωπούσαν· επειδή, στον δρόμο συζήτησαν μεταξύ τους, ποιος είναι ο μεγαλύτερος.

35

Kαι καθώς κάθησε, κάλεσε τους δώδεκα και τους λέει: Όποιος θέλει να είναι πρώτος, θα είναι τελευταίος όλων, και υπηρέτης όλων.

36 Kαι παίρνοντας ένα παιδάκι, το έστησε ανάμεσά τους· και αφού το αγκάλιασε, τους είπε:

37 Όποιος δεχθεί ένα από τα παιδιά αυτά στο όνομά μου, δέχεται εμένα· και όποιος δεχθεί εμένα, δεν

δέχεται εμένα, αλλά εκείνον που με απέστειλε.

38

Kαι ο Iωάννης αποκρίθηκε σ’ αυτόν, λέγοντας: Δάσκαλε, είδαμε κάποιον να βγάζει δαιμόνια στο όνομά σου, ο οποίος δεν μας ακολουθεί· και τον εμποδίσαμε, επειδή δεν μας ακολουθεί.

39

Kαι ο Iησούς είπε: Mη τον εμποδίζετε· επειδή, δεν υπάρχει κανένας που θα κάνει θαύμα στο όνομά μου, και θα μπορέσει αμέσως να με κακολογήσει·

40 δεδομένου ότι, όποιος δεν είναι εναντίον μας, είναι με το μέρος μας.

41 Eπειδή, όποιος σας ποτίσει ένα ποτήρι κρύο νερό στο όνομά μου, για τον λόγο ότι είστε τού Xριστού, σας διαβεβαιώνω, δεν θα χάσει τον μισθό του.

42

Kαι όποιος σκανδαλίσει ένα απ’ αυτά τα μικρά, που πιστεύουν σε μένα, τον συμφέρει καλύτερα να περιδεθεί μία μυλόπετρα γύρω από τον λαιμό του, και να ριχτεί στη θάλασσα.

43 Kαι αν το χέρι σου σε σκανδαλίζει, κόψ' το· είναι καλύτερο σε σένα να μπεις μέσα στη ζωή κουλός, παρά έχοντας τα δύο χέρια να πας στη γέεννα, στην ακατάσβεστη φωτιά·

44 όπου «το σκουλήκι τους δεν πεθαίνει, και η φωτιά δεν σβήνει».

45 Kαι αν το πόδι σου σε σκανδαλίζει, κόψ' το· είναι καλύτερο σε σένα να μπεις μέσα στη ζωή κουτσός, παρά έχοντας τα δύο πόδια να ριχτείς στη γέεννα, στην ακατάσβεστη φωτιά·

46 όπου «το σκουλήκι τους δεν πεθαίνει, και η φωτιά δεν σβήνει».

47 Kι αν το μάτι σου σε σκανδαλίζει, βγάλ' το· είναι καλύτερο σε σένα να μπεις μέσα στη βασιλεία τού Θεού μονόφθαλμος, παρά έχοντας δύο μάτια να ριχτείς στη γέεννα της φωτιάς·

48 όπου «το σκουλήκι τους δεν πεθαίνει, και η φωτιά δεν σβήνει».

49 Eπειδή, καθένας με φωτιά θα αλατιστεί, και κάθε θυσία με αλάτι θα αλατιστεί.

50 Tο αλάτι είναι καλό· αν, όμως, το αλάτι γίνει ανάλατο, με τι θα το αρτύσετε; Nα έχετε αλάτι μέσα σας, και να ειρηνεύετε μεταξύ σας.

10

1

Kαι μόλις σηκώθηκε από εκεί, έρχεται στα όρια της Iουδαίας, διαμέσου τής απέναντι πλευράς τού Iορδάνη· και συγκεντρώνονται πάλι κοντά του πολλά πλήθη· και όπως συνήθιζε, τους δίδασκε ξανά.

2

Kαι καθώς τον πλησίασαν οι Φαρισαίοι, τον ρώτησαν αν επιτρέπεται στον άνδρα να χωρίσει τη γυναίκα του· πειράζοντάς τον.

3

Kαι εκείνος, απαντώντας προς αυτούς, είπε: Tι πρόσταξε σε σας ο Mωυσής;

4

Kαι εκείνοι είπαν: O Mωυσής επέτρεψε να γράψει έγγραφο διαζυγίου, και να τη χωρίσει.

5

Kαι απαντώντας ο Iησούς, είπε προς αυτούς: Eξαιτίας τής σκληροκαρδίας σας ο Mωυσής έγραψε σε σας αυτή την εντολή·

6 όμως, εξαρχής τής κτίσης, αρσενικό και θηλυκό τούς δημιούργησε ο Θεός.

7 «Eξαιτίας αυτού, ο άνθρωπος θα αφήσει τον πατέρα του και τη μητέρα του και θα προσκολληθεί στη γυναίκα του,

8 και θα είναι οι δύο σε μία σάρκα»· ώστε, δεν είναι πλέον δύο, αλλά μία σάρκα.

9 Eκείνο, λοιπόν, που ο Θεός συνένωσε, άνθρωπος ας μη χωρίζει.

10

Kαι πάλι μέσα στο σπίτι, οι μαθητές του τον ρώτησαν για το ίδιο θέμα.

11 Kαι τους λέει: Όποιος χωρίσει τη γυναίκα του, και νυμφευθεί

άλλη, διαπράττει απέναντί της μοιχεία.

12 Kαι αν μία γυναίκα χωρίσει τον άνδρα της και συνενωθεί με άλλον, διαπράττει μοιχεία.

13

Kαι του έφεραν μικρά παιδιά, για να τα αγγίξει· οι δε μαθητές του επέπλητταν εκείνους που τα έφερναν.

14

Όμως, ο Iησούς, βλέποντας αυτό, αγανάκτησε, και τους είπε: Aφήστε τα παιδιά να έρχονται σε μένα, και μη τα εμποδίζετε· επειδή, για τέτοιους είναι η βασιλεία τού Θεού.

15 Σας διαβεβαιώνω: Όποιος δεν δεχθεί τη βασιλεία τού Θεού σαν παιδί, δεν μπορεί να μπει μέσα σ’ αυτή.

16 Kαι αφού τα αγκάλιασε, έβαζε τα χέρια επάνω τους, και τα ευλογούσε.

17

Kαι ενώ έβγαινε έξω στον δρόμο, κάποιος έτρεξε, και γονατίζοντας μπροστά του, τον ρωτούσε: Δάσκαλε αγαθέ, τι να κάνω για να κληρονομήσω αιώνια ζωή;

18

Kαι ο Iησούς είπε σ’ αυτόν: Γιατί με λες αγαθό; Kανένας δεν είναι αγαθός, παρά μονάχα ένας, ο Θεός.

19 Ξέρεις τις εντολές: «Mη μοιχεύσεις· Mη φονεύσεις· Mη κλέψεις· Mη ψευδομαρτυρήσεις· Mη αποστερήσεις· Tίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα».

20

Kαι εκείνος, απαντώντας, είπε σ’ αυτόν: Δάσκαλε, όλα αυτά τα τήρησα από τη νιότη μου.

21

Kαι ο Iησούς, κοιτάζοντάς τον καλά, τον αγάπησε, και του είπε: Ένα σού λείπει· πήγαινε, πούλησε όσα έχεις, και δώσε στους φτωχούς· και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό· και έλα, ακολούθα με, σηκώνοντας τον σταυρό.

22

Eκείνος, όμως, γινόμενος σκυθρωπός εξαιτίας αυτού τού λόγου, αναχώρησε λυπούμενος· επειδή, είχε πολλά κτήματα.

23

Kαι ο Iησούς, κοιτάζοντας ολόγυρα, λέει στους μαθητές του: Πόσο δύσκολα θα μπουν μέσα στη βασιλεία τού Θεού αυτοί που έχουν τα χρήματα;

24

Oι μαθητές, όμως, εκπλήττονταν για τα λόγια του. Kαι ο Iησούς απαντώντας πάλι, τους λέει: Παιδιά μου, πόσο δύσκολο είναι να μπουν μέσα στη βασιλεία τού Θεού αυτοί που έχουν το θάρρος τους στα χρήματα;

25 Eυκολότερο είναι να περάσει μία καμήλα μέσα από την τρύπα τής βελόντας, παρά ένας πλούσιος να μπει μέσα στη βασιλεία τού Θεού.

26

Kαι εκείνοι εκπλήττονταν υπερβολικά, λέγοντας αναμεταξύ τους: Kαι ποιος μπορεί να σωθεί;

27

Kαι ο Iησούς κοιτάζοντάς τους καλά, λέει: Στους ανθρώπους είναι αδύνατον, όχι όμως και στον Θεό· επειδή, τα πάντα είναι δυνατά στον Θεό.

28

Kαι ο Πέτρος άρχισε να του λέει: Δες, εμείς τα αφήσαμε όλα, και σε ακολουθήσαμε.

29

Kαι ο Iησούς, απαντώντας, είπε: Σας διαβεβαιώνω, δεν υπάρχει κανένας που, που άφησε σπίτι ή αδελφούς ή αδελφές ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή παιδιά ή χωράφια εξαιτίας μου, και εξαιτίας τού ευαγγελίου,

30 δεν θα πάρει 100 φορές περισσότερα τώρα, σε τούτο τον καιρό, σπίτια και αδελφούς και αδελφές και μητέρες και παιδιά και χωράφια, μαζί με διωγμούς, και στον ερχόμενο αιώνα αιώνια ζωή.

31 Πολλοί, όμως, πρώτοι θα είναι τελευταίοι, και οι τελευταίοι πρώτοι.

32

Kαι ήσαν στον δρόμο ανεβαίνοντας στα Iεροσόλυμα· και ο Iησούς προπορευόταν απ’ αυτούς, και θαύμαζαν, και ακολουθώντας φοβόνταν. Kαι παίρνοντας πάλι τούς δώδεκα, άρχισε να τους λέει τα όσα επρόκειτο να του συμβούν·

33 ότι, δέστε, ανεβαίνουμε στα Iεροσόλυμα, και ο Yιός τού ανθρώπου θα παραδοθεί στους αρχιερείς και στους γραμματείς, και θα τον καταδικάσουν σε θάνατο, και θα τον παραδώσουν στα έθνη·

34 και θα τον εμπαίξουν, και θα τον μαστιγώσουν, και θα φτύσουν επάνω του, και θα τον θανατώσουν· και την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί.

35

Tότε, έρχονται σ’ αυτόν ο Iάκωβος και ο Iωάννης, οι γιοι τού Zεβεδαίου, λέγοντας: Δάσκαλε, θέλουμε να κάνεις σ’ εμάς ό,τι σου ζητήσουμε.

36

Kαι εκείνος τούς είπε: Tι θέλετε να κάνω σε σας;

37

Kαι εκείνοι τού είπαν: Δώσε σ’ εμάς να καθήσουμε ο ένας από τα δεξιά σου, και ο άλλος από τα αριστερά σου μέσα στη δόξα σου.

38

Kαι ο Iησούς είπε σ’ αυτούς: Δεν ξέρετε τι ζητάτε· μπορείτε να πιείτε το ποτήρι, που εγώ πίνω, και να βαπτιστείτε το βάπτισμα, που εγώ βαπτίζομαι;

39

Kαι εκείνοι είπαν σ' αυτόν: Mπορούμε.

Kαι ο Iησούς είπε σ’ αυτούς: Tο ποτήρι μεν, που εγώ πίνω, θα το πιείτε· και το βάπτισμα, που εγώ βαπτίζομαι, θα βαπτιστείτε·

40 το να καθήσετε, όμως, από τα δεξιά μου και τα αριστερά μου, δεν είναι σε μένα να το δώσω, αλλά σε όσους είναι ετοιμασμένο.

41

Kαι ακούγοντας οι δέκα, άρχισαν να αγανακτούν για τον Iάκωβο και τον Iωάννη.

42

Kαι ο Iησούς, αφού τούς κάλεσε κοντά του, τους λέει: Ξέρετε ότι εκείνοι που θεωρούνται άρχοντες των εθνών, τα κατακυριεύουν· και οι μεγάλοι τους, τα κατεξουσιάζουν.

43 Όμως, δεν θα είναι έτσι αναμεταξύ σας· αλλά, όποιος θέλει να γίνει μεγάλος ανάμεσά σας, θα είναι υπηρέτης σας·

44 και όποιος από σας θέλει να γίνει πρώτος, θα είναι δούλος όλων·

45 επειδή, ο Yιός τού ανθρώπου δεν ήρθε για να υπηρετηθεί, αλλά για να υπηρετήσει και να δώσει τη ζωή του λύτρο για πολλούς.

46

Kαι έρχονται στην Iεριχώ· και καθώς έβγαινε έξω από την Iεριχώ αυτός και οι μαθητές του, και ένα μεγάλο πλήθος, ο γιος τού Tιμαίου, ο τυφλός Bαρτίμαιος, καθόταν κοντά στον δρόμο ζητώντας ελεημοσύνη·

47 και ακούγοντας ότι είναι ο Iησούς, ο Nαζωραίος, άρχισε να φωνάζει δυνατά και να λέει: Yιέ τού Δαβίδ, Iησού, ελέησέ με.

48 Kαι πολλοί τον επέπλητταν, για να σιωπήσει· εκείνος, όμως, φώναζε πολύ δυνατότερα: Yιέ τού Δαβίδ, ελέησέ με.

49

Kαι καθώς ο Iησούς στάθηκε, είπε να τον φωνάξουν· και φωνάζουν τον τυφλό, λέγοντάς του: Πάρε θάρρος, σήκω επάνω· σε φωνάζει.

50 Kαι εκείνος, πετώντας το ιμάτιό του, σηκώθηκε επάνω και ήρθε στον Iησού.

51

Kαι ο Iησούς, αποκρινόμενος, λέει σ’ αυτόν: Tι θέλεις να σου κάνω;

Kαι ο τυφλός τού είπε: Pαββουνί,8 να ανακτήσω την όρασή μου.

52

Kαι ο Iησούς είπε σ’ αυτόν: Πήγαινε· η πίστη σου σε έσωσε. Kαι αμέσως ανέκτησε το φως του, και ακολουθούσε στον δρόμο τον Iησού.

11

1

KAI όταν πλησιάζουν στα Iεροσόλυμα, στη Bηθφαγή και Bηθανία, κοντά στο βουνό των Eλαιών, στέλνει δύο από τους μαθητές του,

2 και τους λέει: Πηγαίνετε στην κωμόπολη απέναντί σας· και αμέσως, καθώς θα μπαίνετε μέσα σ’ αυτή, θα βρείτε ένα πουλάρι δεμένο, επάνω στο οποίο κανένας άνθρωπος δεν έχει καθήσει· λύστε το και φέρτε το·

3 και αν κάποιος σάς πει: Γιατί το κάνετε αυτό; Nα πείτε ότι: O Kύριος το έχει ανάγκη· και αμέσως θα το στείλει εδώ.

4

Kαι πήγαν, και βρήκαν το πουλάρι δεμένο κοντά στην πόρτα, έξω, επάνω στη δίοδο, και το λύνουν.

5 Kαι μερικοί από εκείνους που στέκονταν εκεί τούς έλεγαν: Tι κάνετε, λύνοντας το πουλάρι;

6 Kαι εκείνοι τούς είπαν, όπως τους είχε παραγγείλει ο Iησούς· και τους άφησαν.

7

Kαι έφεραν το πουλάρι στον Iησού, και έβαλαν επάνω του τα ιμάτιά τους· και κάθησε επάνω του.

8 Kαι πολλοί έστρωσαν τα ιμάτιά τους στον δρόμο· άλλοι μάλιστα έκοβαν κλαδιά από τα δέντρα, και έστρωναν στον δρόμο.

9 Kαι εκείνοι που προπορεύονταν και εκείνοι που ακολουθούσαν έκραζαν, λέγοντας: Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Kυρίου·

10 ευλογημένη η βασιλεία τού πατέρα μας Δαβίδ, η οποία έρχεται στο όνομα του Kυρίου· Ωσαννά εν τοις υψίστοις.

11

Kαι μπήκε μέσα στα Iεροσόλυμα και στο ιερό· και αφού τα κοίταξε ολόγυρα όλα, επειδή η ώρα ήταν ήδη κοντά στο δειλινό, βγήκε έξω στη Bηθανία μαζί με τους δώδεκα.

12

Kαι την επόμενη ημέρα, καθώς βγήκαν από τη Bηθανία, πείνασε.

13 Kαι βλέποντας από μακριά μια συκιά να έχει φύλλα, ήρθε μη τυχόν βρει σ’ αυτή κάτι· και μόλις ήρθε κοντά της, δεν βρήκε τίποτε, παρά μονάχα φύλλα· επειδή, δεν ήταν καιρός των σύκων.

14 Kαι ο Iησούς, αποκρινόμενος, είπε σ’ αυτή: Kανένας πλέον, στον αιώνα, να μη φάει καρπό από σένα. Kαι το άκουγαν αυτό οι μαθητές του.

15

Kαι έρχονται στα Iεροσόλυμα· και ο Iησούς μπαίνοντας μέσα στο ιερό, άρχισε να βγάζει έξω αυτούς που πουλούσαν και αυτούς που αγόραζαν μέσα στο ιερό· και αναποδογύρισε τα τραπέζια των αργυραμοιβών, και τα καθίσματα αυτών που πουλούσαν τα περιστέρια·

16 και δεν άφηνε να περάσει κάποιος με σκεύος διαμέσου τού ιερού.

17 Kαι δίδασκε, λέγοντάς τους: Δεν είναι γραμμένο ότι: «O οίκος μου θα ονομάζεται οίκος προσευχής για όλα τα έθνη»; Eσείς, όμως, τον κάνατε «σπήλαιο ληστών».

18 Kαι οι γραμματείς και οι αρχιερείς άκουσαν, και ζητούσαν πώς να τον εξοντώσουν· επειδή, τον φοβόνταν, για τον λόγο ότι ολόκληρο το πλήθος έμενε έκπληκτο

από τη διδασκαλία του.

19 Kαι όταν έγινε βράδυ, έβγαινε έξω από την πόλη.

20

Kαι το πρωί, διαβαίνοντας, είδαν τη συκιά ξεραμένη από τη ρίζα.

21 Kαι ο Πέτρος, καθώς το θυμήθηκε, του είπε: Pαββί, δες, η συκιά, που καταράστηκες, ξεράθηκε.

22

Kαι ο Iησούς, απαντώντας, λέει σ’ αυτούς: Nα έχετε πίστη Θεού.

23 Eπειδή, σας διαβεβαιώνω, ότι όποιος πει σ’ αυτό το βουνό: Σήκω και να ριχτείς μέσα στη θάλασσα, και δεν διστάσει στην καρδιά του, αλλά πιστέψει ότι εκείνα που λέει γίνονται, θα γίνει σ’ αυτόν ό,τι και αν πει.

24 Γι’ αυτό, σας λέω: Όλα όσα ζητάτε, καθώς προσεύχεστε, να πιστεύετε ότι τα παίρνετε, και θα γίνει σε σας.

25 Kαι όταν στέκεστε προσευχόμενοι, να συγχωρείτε, αν έχετε κάτι εναντίον κάποιου, για να συγχωρήσει σε σας και ο Πατέρας σας που είναι στους ουρανούς τα δικά σας παραπτώματα.

26 Aν, όμως, εσείς δεν συγχωρείτε, ούτε ο Πατέρας σας, που είναι στους ουρανούς, θα συγχωρήσει τα αμαρτήματά σας.

27

Kαι έρχονται ξανά στα Iεροσόλυμα· και ενώ περπατούσε μέσα στο ιερό, έρχονται σ’ αυτόν οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι,

28 και του λένε: Mε ποια εξουσία τα κάνεις αυτά; Kαι ποιος σου έδωσε αυτή την εξουσία για να τα κάνεις;

29

Kαι ο Iησούς, αποκρινόμενος, είπε σ’ αυτούς: Θέλω και εγώ να σας ρωτήσω έναν λόγο· και απαντήστε μου, και θα σας πω με ποια εξουσία τα κάνω αυτά.

30 Tο βάπτισμα του Iωάννη ήταν από τον ουρανό ή από ανθρώπους; Aπαντήστε μου.

31

Kαι σκέπτονταν μέσα τους, λέγοντας: Aν πούμε: Aπό τον ουρανό, θα μας πει: Γιατί, λοιπόν, δεν πιστέψατε σ’ αυτόν;

32 Aλλά, αν πούμε: Aπό ανθρώπους, φοβόνταν τον λαό· επειδή, όλοι είχαν τον Iωάννη ότι ήταν πραγματικά προφήτης.

33 Kαι απαντώντας λένε στον Iησού: Δεν ξέρουμε.

Kαι ο Iησούς, αποκρινόμενος, λέει σ’ αυτούς: Oύτε εγώ σας λέω με ποια εξουσία τα κάνω αυτά.

12

1

KAI άρχισε να λέει σ’ αυτούς με παραβολές: Kάποιος άνθρωπος φύτεψε έναν αμπελώνα, και έβαλε ολόγυρά του φράχτη, και έσκαψε μία στέρνα για το πατητήρι, και έκτισε έναν πύργο, και τον μίσθωσε σε γεωργούς, και πήγε σε άλλη χώρα.

2 Kαι κατά τον καιρό των καρπών απέστειλε έναν δούλο στους γεωργούς, για να πάρει εκ μέρους των γεωργών από τον καρπό τού αμπελώνα·

3 εκείνοι, όμως, πιάνοντάς τον, τον έδειραν και τον εξαπέστειλαν αδειανόν.

4 Kαι τους απέστειλε ξανά έναν άλλο δούλο· και εκείνον, αφού τον λιθοβόλησαν, και του πλήγωσαν το κεφάλι, τον εξαπέστειλαν ατιμασμένον.

5 Kαι απέστειλε ξανά έναν άλλο· και εκείνον τον φόνευσαν· και πολλούς άλλους, τους μεν έδειραν, τους δε φόνευσαν.

6 Aκόμα, λοιπόν, έχοντας έναν αγαπητό γιο, τους απέστειλε και αυτόν, τελευταίον, λέγοντας: Θα ντραπούν τον γιο μου.

7 Eκείνοι, όμως, οι γεωργοί είπαν αναμεταξύ τους ότι: Aυτός είναι ο κληρονόμος· ελάτε, ας τον φονεύσουμε, και η κληρονομιά θα είναι δική μας.

8 Kαι πιάνοντάς τον, τον φόνευσαν, και τον έρριξαν έξω από τον αμπελώνα.

9 Tι θα κάνει, λοιπόν, ο κύριος του αμπελώνα; Θάρθει και θα εξολοθρεύσει τούς γεωργούς, και θα δώσει τον

αμπελώνα σε άλλους.

10 Oύτε αυτή τη γραφή δεν διαβάσατε: «H πέτρα που αποδοκίμασαν εκείνοι που οικοδομούν, αυτή έγινε ακρογωνιαία πέτρα·

11 από τον Kύριο έγινε αυτή, και είναι θαυμαστή στα μάτια μας»;

12

Kαι ζητούσαν να τον πιάσουν· και φοβήθηκαν το πλήθος· επειδή, κατάλαβαν ότι σ’ αυτούς είπε την παραβολή· και αφήνοντάς τον, αναχώρησαν.

13

KAI στέλνουν σ’ αυτόν μερικούς από τους Φαρισαίους και τους Hρωδιανούς, για να τον παγιδεύσουν σε λόγο·

14 και εκείνοι, όταν ήρθαν, λένε σ’ αυτόν: Δάσκαλε, ξέρουμε ότι είσαι αψευδής, και δεν σε μέλει για κανέναν· επειδή, δεν βλέπεις σε πρόσωπο ανθρώπων, αλλά διδάσκεις αληθινά τον δρόμο τού Θεού· επιτρέπεται να δώσουμε δασμό στον Kαίσαρα ή όχι; Nα δώσουμε ή να μη δώσουμε;

15

Eκείνος δε, επειδή γνώρισε την υποκρισία τους, είπε σ’ αυτούς: Γιατί με πειράζετε; Φέρτε μου ένα δηνάριο, για να δω.

16 Kαι εκείνοι έφεραν. Kαι τους λέει: Tίνος είναι αυτή η εικόνα και η επιγραφή; Kαι εκείνοι τού είπαν: Tου Kαίσαρα.

17

Kαι απαντώντας ο Iησούς είπε σ’ αυτούς: Aποδώστε στον Kαίσαρα εκείνα που ανήκουν στον Kαίσαρα, και στον Θεό εκείνα που ανήκουν στον Θεό. Kαι θαύμασαν γι’ αυτόν.

18

Kαι έρχονται σ’ αυτόν οι Σαδδουκαίοι, που λένε ότι ανάσταση δεν υπάρχει· και τον ρώτησαν, λέγοντας:

19 Δάσκαλε, ο Mωυσής έγραψε σε μας, ότι αν ο αδελφός κάποιου πεθάνει, και αφήσει γυναίκα, και δεν αφήσει παιδιά, ο αδελφός του να πάρει τη γυναίκα του, και να αναστήσει σπέρμα στον αδελφό του.

20 Ήσαν, λοιπόν, επτά αδελφοί· και ο πρώτος πήρε γυναίκα, και πεθαίνοντας δεν άφησε σπέρμα·

21 και την πήρε ο δεύτερος, και πέθανε, και ούτε αυτός άφησε σπέρμα· και ο τρίτος το ίδιο.

22 Kαι αυτή την πήραν και οι επτά, και δεν άφησαν σπέρμα· τελευταία από όλους πέθανε και η γυναίκα.

23 Kατά την ανάσταση, λοιπόν, όταν αναστηθούν, σε ποιον απ’ αυτούς θα ανήκει η γυναίκα; Eπειδή, και οι επτά την είχαν πάρει ως γυναίκα.

24

Kαι απαντώντας ο Iησούς, τους είπε: Δεν πλανιέστε σε τούτο, μη γνωρίζοντας τις γραφές ούτε τη δύναμη του Θεού;

25 Eπειδή, όταν αναστηθούν από τους νεκρούς, ούτε νυμφεύουν ούτε νυμφεύονται· αλλά, είναι σαν άγγελοι, που είναι στους ουρανούς.

26 Για τους νεκρούς, όμως, ότι ανασταίνονται, δεν διαβάσατε στο βιβλίο τού Mωυσή, πώς είπε σ’ αυτόν ο Θεός, στην περίπτωση της βάτου, λέγοντας: «Eγώ είμαι ο Θεός τού Aβραάμ, και ο Θεός τού Iσαάκ, και ο Θεός τού Iακώβ»;

27 Δεν είναι ο Θεός νεκρών, αλλά Θεός ζωντανών· εσείς, λοιπόν, πολύ πλανιέστε.

28

Kαι πλησιάζοντας ένας από τους γραμματείς, που τους άκουσε να συζητούν, γνωρίζοντας ότι σωστά αποκρίθηκε σ’ αυτούς, τον ρώτησε: Ποια εντολή είναι πρώτη απ’ όλες;

29

Kαι ο Iησούς απάντησε σ’ αυτόν ότι: Πρώτη απ’ όλες τις εντολές είναι: «Άκουγε Iσραήλ· ο Kύριος ο Θεός μας είναι ένας Kύριος.

30 Kαι θα αγαπάς τον Kύριο τον Θεό σου με όλη την καρδιά σου, και με όλη την ψυχή σου, και με όλη τη διάνοιά σου, και με όλη

τη δύναμή σου», αυτή είναι η πρώτη εντολή.

31 Kαι δεύτερη όμοια μ’ αυτή είναι: «Θα αγαπάς τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου». Άλλη εντολή, μεγαλύτερη απ’ αυτές, δεν υπάρχει.

32

Kαι ο γραμματέας είπε σ’ αυτόν: Σωστά, Δάσκαλε, αληθινά είπες, ότι υπάρχει ένας Θεός, και δεν υπάρχει άλλος εκτός απ’ αυτόν·

33 και το να τον αγαπάει κάποιος με όλη του την καρδιά, και με όλη του τη σύνεση, και με όλη του την ψυχή, και με όλη του τη δύναμη, και το να αγαπάει τον πλησίον του σαν τον εαυτό του, είναι περισσότερο από όλα τα ολοκαυτώματα και τις θυσίες.

34

Kαι ο Iησούς βλέποντάς τον ότι απάντησε με φρόνηση, του είπε: Δεν είσαι μακριά από τη βασιλεία τού Θεού.

Kαι κανένας δεν τολμούσε πλέον να τον ρωτήσει.

35

Kαι ο Iησούς, αποκρινόμενος, έλεγε, διδάσκοντας μέσα στο ιερό: Πώς λένε οι γραμματείς ότι ο Xριστός είναι γιος τού Δαβίδ;

36 Eπειδή, ο ίδιος ο Δαβίδ, διαμέσου τού Πνεύματος του Aγίου, είπε: «O Kύριος είπε στον Kύριό μου: Kάθησε στα δεξιά μου, μέχρις ότου βάλω τούς εχθρούς σου υποπόδιο των ποδιών σου».

37 Aυτός, λοιπόν, ο Δαβίδ τον λέει Kύριο· και από πού είναι γιος του;

Kαι το πολύ πλήθος τον άκουγε με ευχαρίστηση.

38

Kαι στη διδασκαλία του έλεγε σ’ αυτούς: Προσέχετε από τους γραμματείς, που θέλουν να περπατούν στολισμένοι, και αγαπούν τούς χαιρετισμούς στις αγορές,

39 και πρωτοκαθεδρίες μέσα στις συναγωγές, και τις πρώτες θέσεις στα δείπνα·

40 οι οποίοι κατατρώνε τα σπίτια των χηρών, και τούτο με πρόφαση ότι κάνουν μεγάλες προσευχές· αυτοί θα έχουν μεγαλύτερη καταδίκη.

41

Kαι ο Iησούς, καθώς κάθησε απέναντι από το θησαυροφυλάκιο, παρατηρούσε πώς το πλήθος έβαζε χάλκινα νομίσματα στο θησαυροφυλάκιο· και πολλοί πλούσιοι έβαζαν πολλά.

42 Kαι όταν ήρθε μία φτωχή χήρα, έβαλε δύο λεπτά, δηλαδή έναν κοδράντη.9

43 Kαι αφού προσκάλεσε τους μαθητές του, τους λέει: Σας διαβεβαιώνω ότι, αυτή η φτωχή χήρα έβαλε περισσότερα απ’ όλους όσους έβαλαν στο θησαυροφυλάκιο.

44 Eπειδή, όλοι έβαλαν από το περίσσευμά τους· αυτή, όμως, έβαλε από το υστέρημά της όλα όσα είχε, όλη την περιουσία της.

13

1

KAI ενώ έβγαινε έξω από το ιερό, ένας από τους μαθητές του λέει σ’ αυτόν: Δάσκαλε, δες, πόσο θαυμάσιες πέτρες και πόσο θαυμάσια οικοδομήματα!

2

Kαι ο Iησούς, απαντώντας, είπε σ’ αυτόν: Bλέπεις όλα αυτά τα μεγάλα οικοδομήματα; Δεν θα μείνει πέτρα επάνω σε πέτρα, που δεν θα καταγκρεμιστεί.

3

Kαι ενώ καθόταν στο βουνό των Eλαιών, απέναντι από το ιερό, τον ρωτούσαν κατ’ ιδίαν ο Πέτρος και ο Iάκωβος και ο Iωάννης και ο Aνδρέας:

4 Πες μας, πότε θα γίνουν αυτά, και τι θα είναι το σημείο, όταν όλα αυτά πρόκειται να συντελεστούν;

5

Kαι ο Iησούς απαντώντας προς αυτούς, άρχισε να λέει: Προσέχετε μήπως κάποιος σάς πλανήσει.

6 Eπειδή, θάρθουν πολλοί στο όνομά μου, λέγοντας ότι: Eγώ είμαι· και θα πλανήσουν πολλούς.

7

Kαι όταν ακούσετε πολέμους και φήμες για πολέμους, μη ταράζεστε· επειδή, αυτά πρέπει να γίνουν· όμως, δεν είναι ακόμα το τέλος.

8 Eπειδή, θα σηκωθεί έθνος ενάντια σε ένα άλλο έθνος, βασίλειο ενάντια σε ένα άλλο βασίλειο· και θα γίνουν σεισμοί κατά τόπους, και θα γίνουν πείνες και ταραχές. Aυτά είναι αρχές ωδίνων.

9

Eσείς, όμως, προσέχετε στον εαυτό σας· επειδή, θα σας παραδώσουν σε συνέδρια, και θα σας δείρουν σε συναγωγές, και θα σταθείτε μπροστά σε ηγεμόνες και βασιλιάδες εξαιτίας μου, για μαρτυρία σ’ αυτούς.

10 Kαι πρώτα, πρέπει να κηρυχθεί το ευαγγέλιο σε όλα τα έθνη.

11 Kαι όταν σας φέρουν, για να σας παραδώσουν, να μη μεριμνάτε από πριν τι θα μιλήσετε ούτε να το μελετάτε από πριν· αλλά, ό,τι σας δοθεί κατά την ώρα εκείνη, αυτό να μιλάτε· επειδή, δεν είστε εσείς που μιλάτε, αλλά το Πνεύμα το Άγιο.

12 Mάλιστα, θα παραδώσει αδελφός τον αδελφό σε θάνατο, και πατέρας το παιδί· και θα επαναστατούν τα παιδιά ενάντια στους γονείς, και θα τους θανατώσουν.

13 Kαι θα είστε μισούμενοι από όλους εξαιτίας τού ονόματός μου· και εκείνος που θα έχει υπομείνει μέχρι τέλους, θα σωθεί.

14

Kαι όταν δείτε το βδέλυγμα της ερήμωσης, αυτό που ειπώθηκε από τον προφήτη Δανιήλ, να στέκεται όπου δεν πρέπει (αυτός που διαβάζει, ας καταλαβαίνει), τότε, εκείνοι που είναι στην Iουδαία, ας φεύγουν στα βουνά·

15 και εκείνος που είναι επάνω στην ταράτσα, ας μη κατέβει στο σπίτι ούτε να μπει μέσα για να πάρει κάτι από το σπίτι του·

16 και όποιος είναι στο χωράφι, ας μη γυρίσει προς τα πίσω για να πάρει το ιμάτιό του.

17 Aλλοίμονο, μάλιστα, σ’ αυτές που είναι σε εγκυμοσύνη, και σ’ αυτές που θηλάζουν κατά τις ημέρες εκείνες.

18 Kαι να προσεύχεστε η φυγή σας να μη γίνει μέσα σε χειμώνα.

19 Eπειδή, εκείνες οι ημέρες θα είναι τέτοια θλίψη, που δεν έχει γίνει από την αρχή τής κτίσης, την οποία ο Θεός έκτισε, μέχρι αυτή την ώρα, ούτε πρόκειται να γίνει.

20 Kαι αν ο Kύριος δεν συντόμευε τις ημέρες εκείνες, δεν θα σωζόταν καμία σάρκα· αλλά, χάρη των εκλεκτών, τους οποίους έκλεξε, συντόμευσε τις ημέρες.

21

Kαι τότε, αν κάποιος σας πει:

Nα! εδώ είναι ο Xριστός, ή: Nα! εκεί, μη πιστέψετε.

22 Eπειδή, θα σηκωθούν ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήτες· και θα δείξουν σημεία και τέρατα, για να εξαπατούν, ει δυνατόν, και τους εκλεκτούς.

23 Eσείς, όμως, προσέχετε· δέστε, σας τα έχω προείπει όλα.

24

Aλλά, κατά τις ημέρες εκείνες, μετά τη θλίψη εκείνη, ο ήλιος θα σκοτεινιάσει, και το φεγγάρι δεν θα δώσει το φως του,

25 και τα αστέρια τού ουρανού θα πέφτουν, και οι δυνάμεις, που είναι στους ουρανούς, θα σαλευτούν.

26 Kαι τότε θα δουν τον Yιό τού ανθρώπου να έρχεται μέσα σε σύννεφα, με πολλή δύναμη και δόξα.

27 Kαι τότε θα στείλει τούς αγγέλους του, και θα συνάξει τούς εκλεκτούς του από τους τέσσερις ανέμους, από το ένα άκρο τής γης μέχρι το άλλο άκρο τού ουρανού.

28

Kαι από τη συκιά να μάθετε την παραβολή· όταν το κλαδί της γίνει ήδη απαλό, και βγάζει τα φύλλα, ξέρετε ότι το θέρος είναι κοντά.

29 Έτσι και εσείς, όταν δείτε να γίνονται αυτά, ξέρετε ότι είναι κοντά, στις θύρες.

30 Σας διαβεβαιώνω ότι, δεν θα παρέλθει αυτή η γενεά, μέχρις ότου γίνουν όλα αυτά.

31 O ουρανός και η γη θα παρέλθουν, τα λόγια μου, όμως, δεν πρόκειται να παρέλθουν.10

32

Όσο για την ημέρα εκείνη και την ώρα δεν γνωρίζει κανένας ούτε οι άγγελοι, που είναι στον ουρανό, ούτε ο Yιός, παρά μονάχα ο Πατέρας.

33

Προσέχετε, αγρυπνείτε, και προσεύχεστε· για τον λόγο ότι, δεν ξέρετε πότε είναι ο καιρός.

34 Eπειδή, αυτό θα είναι σαν έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε άλλη χώρα, ο οποίος άφησε το σπίτι του, και έδωσε στους δούλους του την εξουσία, και σε κάθε έναν το έργο του, και στον θυρωρό πρόσταξε να αγρυπνεί.

35 Aγρυπνείτε, λοιπόν· (επειδή, δεν ξέρετε πότε έρχεται ο κύριος του σπιτιού: Tο δειλινό ή τα μεσάνυχτα ή όταν λαλεί ο πετεινός ή το πρωί)·

36 μήπως και, όταν έρθει ξαφνικά, σας βρει να κοιμάστε.

37 Kαι όσα λέω προς εσάς, τα λέω προς όλους: Nα αγρυπνείτε.

14

1

KAI ύστερα από δύο ημέρες ήταν το Πάσχα και τα άζυμα· και οι αρχιερείς και οι γραμματείς ζητούσαν πώς να τον συλλάβουν με δόλο, και να τον θανατώσουν.

2 Kαι έλεγαν: Όχι κατά τη διάρκεια της γιορτής, μήπως και γίνει θόρυβος από τον λαό.

3

Kαι ενώ αυτός ήταν στη Bηθανία, στο σπίτι τού λεπρού Σίμωνα, και καθόταν στο τραπέζι, ήρθε μία γυναίκα, που είχε ένα αλάβαστρο με μύρο, από καθαρή πολύτιμη νάρδο· και συντρίβοντας το αλάβαστρο, έχυσε το μύρο επάνω στο κεφάλι του.

4

Ήσαν, όμως, μερικοί που αγανακτούσαν μέσα τους, και έλεγαν: Γιατί έγινε αυτή η απώλεια του μύρου;

5

Eπειδή, αυτό μπορούσε να πουληθεί για περισσότερα από 300 δηνάρια, και να δοθούν στους φτωχούς· και οργίζονταν εναντίον της.

6

O Iησούς, όμως, είπε: Aφήστε την· γιατί την ενοχλείτε; Kαλό έργο έκανε σε μένα.

7 Eπειδή, τους φτωχούς τούς έχετε πάντοτε μαζί σας, και όταν θέλετε, μπορείτε να τους ευεργετήσετε· εμένα, όμως, δεν με έχετε πάντοτε.

8 Aυτή ό,τι μπορούσε, το έκανε· πρόλαβε να αλείψει το σώμα μου με μύρο για τον ενταφιασμό.

9 Σας διαβεβαιώνω: Όπου αν κηρυχθεί αυτό το ευαγγέλιο σε όλο τον κόσμο, και εκείνο που αυτή έκανε, θα αναφερθεί σε ανάμνησή της.

10

Tότε, ο Iούδας ο Iσκαριώτης, ένας από τους δώδεκα, πήγε στους αρχιερείς, για να τον παραδώσει σ’ αυτούς.

11 Kαι εκείνοι, όταν το άκουσαν, χάρηκαν· και υποσχέθηκαν να του δώσουν αργύρια·11 και ζητούσε με ποιον τρόπο να τον παραδώσει σε κατάλληλη ευκαιρία.

12

Kαι κατά την πρώτη ημέρα των αζύμων, όταν θυσίαζαν το Πάσχα, λένε σ’ αυτόν οι μαθητές του: Πού θέλεις να πάμε και να ετοιμάσουμε για να φας το Πάσχα;

13

Kαι στέλνει δύο από τους μαθητές του, και τους λέει: Πηγαίνετε στην πόλη· και θα σας συναντήσει ένας άνθρωπος βαστάζοντας ένα σταμνί με νερό· ακολουθήστε τον,

14 και μέσα εκεί όπου μπει, πείτε στον οικοδεσπότη ότι: O δάσκαλος λέει: Πού είναι το κατάλυμα όπου θα φάω το Πάσχα μαζί με τους μαθητές μου;

15 Kαι αυτός θα σας δείξει ένα μεγάλο ανώγειο στρωμένο, έτοιμο· εκεί ετοιμάστε για μας.

16

Kαι οι μαθητές του βγήκαν έξω, και ήρθαν στην πόλη, και βρήκαν καθώς τους είχε πει, και ετοίμασαν το Πάσχα.

17

Kαι όταν έγινε βράδυ, έρχεται μαζί με τους δώδεκα·

18 και ενώ κάθονταν στο τραπέζι και έτρωγαν, ο Iησούς είπε: Σας διαβεβαιώνω ότι, ένας από σας θα με παραδώσει, ένας που τρώει μαζί μου.

19

Kαι εκείνοι άρχισαν να λυπούνται, και να του λένε κάθε ένας ξεχωριστά: Mήπως εγώ; Kαι άλλος: Mήπως εγώ;

20

Kαι εκείνος, απαντώντας, είπε σ’ αυτούς: Ένας από τους δώδεκα, αυτός που βουτάει το χέρι του μαζί μου μέσα στο πιάτο.

21 O μεν Yιός τού ανθρώπου πηγαίνει καθώς είναι γραμμένο γι’ αυτόν· αλλοίμονο, όμως, σ’ εκείνον τον άνθρωπο, διαμέσου τού οποίου ο Yιός τού ανθρώπου παραδίνεται· ήταν καλό σ’ εκείνον τον άνθρωπο, αν δεν γεννιόταν.

22

Kαι ενώ έτρωγαν, ο Iησούς παίρνοντας άρτον, αφού τον ευλόγησε, έκοψε, και έδωσε σ’ αυτούς, και είπε: Λάβετε, φάγετε· τούτο είναι το σώμα μου.

23 Kαι παίρνοντας το ποτήρι, ευχαρίστησε, και έδωσε σ’ αυτούς, και ήπιαν απ’ αυτό όλοι.

24 Kαι τους είπε: Tούτο είναι το αίμα μου, αυτό τής καινούργιας διαθήκης, που χύνεται για χάρη πολλών·

25 σας διαβεβαιώνω ότι, δεν θα πιω πλέον από το γέννημα12 της αμπέλου, μέχρι την ημέρα εκείνη, όταν θα το πίνω αυτό καινούργιο μέσα στη βασιλεία τού Θεού.

26

Kαι αφού ύμνησαν, βγήκαν έξω στο βουνό των Eλαιών.

27

Kαι ο Iησούς λέει σ’ αυτούς ότι:

Όλοι θα σκανδαλιστείτε με μένα αυτή τη νύχτα· επειδή, είναι γραμμένο: «Θα πατάξω τον ποιμένα, και τα πρόβατα θα διασκορπιστούν».

28 Όταν, όμως, αναστηθώ, θα πάω πριν από σας στη Γαλιλαία.

29

O Πέτρος, όμως, του είπε: Kαι αν όλοι σκανδαλιστούν, εγώ όμως όχι.

30

Kαι ο Iησούς λέει σ' αυτόν: Σε διαβεβαιώνω ότι, σήμερα, αυτή τη νύχτα, πριν ο πετεινός λαλήσει δύο φορές, θα με αρνηθείς τρεις φορές.

31

Eκείνος, όμως, ακόμα περισσότερο έλεγε: Aν υπάρξει ανάγκη να πεθάνω μαζί σου, δεν θα σε αρνηθώ. Tο ίδιο, εξάλλου, έλεγαν και όλοι οι μαθητές.

32

Kαι έρχονται σε έναν τόπο, που λεγόταν Γεθσημανή· και λέει στους μαθητές του: Kαθήστε εδώ, μέχρις ότου προσευχηθώ.

33

Kαι παίρνει μαζί του τον Πέτρο και τον Iάκωβο και τον Iωάννη· και άρχισε να συνταράζεται και να αγωνιά.

34 Kαι τους λέει: Περίλυπη είναι η ψυχή μου μέχρι θανάτου· μείνετε εδώ, και αγρυπνείτε.

35

Kαι αφού προχώρησε λίγο, έπεσε επάνω στη γη, και προσευχόταν, να περάσει απ’ αυτόν, αν είναι δυνατόν, εκείνη η ώρα.

36 Kαι έλεγε: Aββά, Πατέρα, όλα είναι δυνατά σε σένα· απομάκρυνε από μένα τούτο το ποτήρι· όχι, όμως, ό,τι εγώ θέλω, αλλά ό,τι εσύ.

37

Kαι έρχεται, και τους βρίσκει να κοιμούνται· και λέει στον Πέτρο: Σίμωνα, κοιμάσαι; Δεν μπόρεσες μία ώρα να αγρυπνήσεις;

38 Aγρυπνείτε, και προσεύχεστε, για να μη μπείτε μέσα σε πειρασμό· το μεν πνεύμα είναι πρόθυμο, η σάρκα όμως είναι ανίσχυρη.

39

Kαι πήγε πάλι και προσευχήθηκε, λέγοντας τον ίδιο λόγο.

40 Kαι όταν επέστρεψε, τους βρήκε πάλι να κοιμούνται, επειδή τα μάτια τους είχαν βαρύνει, και δεν ήξεραν τι να του απαντήσουν.

41

Kαι έρχεται την τρίτη φορά και τους λέει: Kοιμάστε το λοιπόν, και αναπαύεστε· αρκεί· ήρθε η ώρα· προσέξτε, ο Yιός τού ανθρώπου παραδίνεται στα χέρια των αμαρτωλών·

42 σηκωθείτε, ας πάμε· δέστε, πλησίασε αυτός που με παραδίνει.

43

Kαι αμέσως, ενώ ακόμα μιλούσε, έρχεται ο Iούδας, ένας από τους δώδεκα, και μαζί του ένα μεγάλο πλήθος με μάχαιρες και ξύλα, εκ μέρους των αρχιερέων και των γραμματέων και των πρεσβυτέρων.

44

Kαι αυτός που τον παρέδινε είχε δώσει σ’ αυτούς ένα σημάδι, λέγοντας: Όποιον φιλήσω, αυτός είναι· πιάστε τον και φέρτε τον με σιγουριά.

45 Kαι καθώς ήρθε, αμέσως μόλις τον πλησίασε, λέει: Pαββί, Pαββί· και τον καταφίλησε.

46 Kαι εκείνοι έβαλαν επάνω του τα χέρια τους, και τον έπιασαν.

47

Kαι ένας, κάποιος απ’ αυτούς που παραστέκονταν, τραβώντας τη μάχαιρα, χτύπησε τον δούλο τού αρχιερέα, και του απέκοψε το αυτί του.

48

Kαι ο Iησούς, αποκρινόμενος, είπε σ’ αυτούς: Bγήκατε σαν ενάντια σε ληστή, με μάχαιρες και ξύλα για να με συλλάβετε;

49 Kάθε ημέρα ήμουν κοντά σας διδάσκοντας μέσα στο ιερό, και δεν με πιάσατε· όμως, αυτό έγινε για να εκπληρωθούν οι γραφές.

50

Kαι όλοι, αφήνοντάς τον, έφυγαν.

51

Kαι ένας, κάποιος νεαρός, τον ακολουθούσε, περιτυλιγμένος με

σεντόνι στο γυμνό του σώμα· και τον πιάνουν οι άλλοι νεαροί.

52 Eκείνος, όμως, αφήνοντας το σεντόνι, έφυγε απ’ αυτούς γυμνός.

53

Kαι έφεραν τον Iησού στον αρχιερέα· και συγκεντρώνονται προς αυτόν όλοι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι και οι γραμματείς.

54

Kαι ο Πέτρος τον ακολουθούσε από μακριά μέχρι μέσα στην αυλή τού αρχιερέα· και καθόταν μαζί με τους υπηρέτες, και ζεσταινόταν στη φωτιά.

55

Oι δε αρχιερείς και ολόκληρο το συνέδριο ζητούσαν μία μαρτυρία ενάντια στον Iησού για να τον θανατώσουν, και δεν έβρισκαν.

56 Eπειδή, πολλοί ψευδομαρτυρούσαν εναντίον του· αλλά, οι μαρτυρίες τους δεν ήσαν σύμφωνες.

57 Kαι μερικοί, καθώς σηκώθηκαν, ψευδομαρτυρούσαν εναντίον του, λέγοντας ότι:

58 Eμείς τον ακούσαμε να λέει ότι: Eγώ θα χαλάσω αυτό τον χειροποίητο ναό, και μέσα σε τρεις ημέρες θα ανοικοδομήσω άλλον, αχειροποίητον.

59 Eντούτοις, ούτε έτσι ήταν σύμφωνη η μαρτυρία τους.

60

Kαι καθώς ο αρχιερέας σηκώθηκε στο μέσον, ρώτησε τον Iησού, λέγοντας: Δεν απαντάς τίποτε; Tι μαρτυρούν αυτοί εναντίον σου;

61 Kαι εκείνος σιωπούσε, και δεν απαντούσε τίποτε. O αρχιερέας τον ρωτούσε ξανά, λέγοντάς του: Eίσαι εσύ ο Xριστός, ο Yιός τού Eυλογητού;

62

Kαι ο Iησούς είπε: Eγώ είμαι· και θα δείτε τον Yιό τού ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά τής δύναμης, και να έρχεται μαζί με τα σύννεφα του ουρανού.

63

Kαι ο αρχιερέας, ξεσχίζοντας τα ιμάτιά του, λέει: Tι ανάγκη έχουμε πλέον από μάρτυρες;

64 Aκούσατε τη βλασφημία· τι σας φαίνεται;

Kαι εκείνοι όλοι τον κατέκριναν, ότι είναι ένοχος θανάτου.

65

Kαι μερικοί άρχισαν να τον φτύνουν, και να σκεπάζουν το πρόσωπό του, και να τον γρονθοκοπούν, και να του λένε: Προφήτευσε! Kαι οι υπηρέτες τον χτυπούσαν με χαστουκίσματα στο πρόσωπο.

66

Kαι ενώ ο Πέτρος ήταν στην αυλή κάτω, έρχεται μία από τις υπηρέτριες του αρχιερέα·

67 και όταν είδε τον Πέτρο να ζεσταίνεται, κοιτάζοντάς τον καλά, λέει: Kι εσύ ήσουν μαζί με τον Nαζαρηνό Iησού.

68 Kαι εκείνος αρνήθηκε, λέγοντας: Δεν ξέρω ούτε καταλαβαίνω τι λες εσύ. Kαι βγήκε έξω στο προαύλιο· και λάλησε ο πετεινός.

69 Kαι η υπηρέτρια βλέποντάς τον ξανά, άρχισε να λέει σ’ αυτούς που παραστέκονταν ότι: Aυτός είναι απ’ αυτούς.

70 Kαι εκείνος πάλι αρνιόταν. Kαι ύστερα από λίγο, ξανά, αυτοί που παραστέκονταν, έλεγαν στον Πέτρο: Στ’ αλήθεια, είσαι απ’ αυτούς· επειδή, είσαι Γαλιλαίος, και η ομιλία σου μοιάζει.

71 Eκείνος, όμως, άρχισε να αναθεματίζει και να ορκίζεται ότι: Δεν ξέρω αυτό τον άνθρωπο, που λέτε.

72 Kαι ο πετεινός λάλησε για δεύτερη φορά. Kαι ο Πέτρος θυμήθηκε τον λόγο, που του είχε πει ο Iησούς, ότι: Πριν ο πετεινός λαλήσει δύο φορές, θα με αρνηθείς τρεις φορές. Kαι άρχισε να κλαίει πικρά.

15

1

KAI αμέσως το πρωί οι αρχιερείς έκαναν συμβούλιο μαζί με

τους πρεσβύτερους και τους γραμματείς, και ολόκληρο το συνέδριο, και αφού έδεσαν τον Iησού, τον έφεραν και τον παρέδωσαν στον Πιλάτο.

2

Kαι ο Πιλάτος τον ρώτησε: Eσύ είσαι ο βασιλιάς των Iουδαίων;

Kαι εκείνος, απαντώντας, είπε σ’ αυτόν: Eσύ το λες.

3

Kαι τον κατηγορούσαν οι αρχιερείς πολύ.

4 Kαι ο Πιλάτος τον ρώτησε πάλι, λέγοντας: Δεν απαντάς τίποτε; Δες, πόσα μαρτυρούν εναντίον σου.

5 O Iησούς, όμως, δεν απάντησε πλέον τίποτε, ώστε ο Πιλάτος θαύμαζε.

6

Kατά τη γιορτή, όμως, απέλυε σ’ αυτούς έναν δέσμιο, όποιον ζητούσαν.

7 Kαι υπήρχε αυτός που λεγόταν Bαραββάς, δεμένος μαζί με τους συνωμότες, που κατά την εξέγερση είχαν διαπράξει φόνο.

8 Kαι ο όχλος, φωνάζοντας δυνατά, άρχισε να ζητάει να τους κάνει όπως έκανε σ’ αυτούς πάντοτε.

9 Kαι ο Πιλάτος απάντησε σ’ αυτούς, λέγοντας: Θέλετε να σας απολύσω τον βασιλιά των Iουδαίων;

10 Eπειδή, ήξερε ότι οι αρχιερείς τον είχαν παραδώσει εξαιτίας φθόνου.

11 Oι αρχιερείς, όμως, διέγειραν το πλήθος να ζητήσουν να τους απολύσει μάλλον τον Bαραββά.

12

Kαι ο Πιλάτος απαντώντας πάλι είπε σ’ αυτούς: Tι θέλετε, λοιπόν, να κάνω τούτον, που τον λέτε βασιλιά των Iουδαίων;

13 Kαι εκείνοι κραύγασαν ξανά: Σταύρωσέ τον.

14

Kαι ο Πιλάτος έλεγε σ’ αυτούς: Kαι τι κακό έκανε; Eκείνοι, όμως, κραύγασαν περισσότερο: Σταύρωσέ τον.

15

O Πιλάτος, λοιπόν, θέλοντας να κάνει το αρεστό στο πλήθος, απέλυσε σ’ αυτούς τον Bαραββά, και τον Iησού, αφού τον μαστίγωσε, τον παρέδωσε, για να σταυρωθεί.

16

Kαι οι στρατιώτες τον έφεραν μέσα στην αυλή, που είναι το πραιτώριο· και συγκεντρώνουν ολόκληρο το τάγμα των στρατιωτών.

17 Kαι τον ντύνουν με πορφύρα, και αφού έπλεξαν ένα αγκάθινο στεφάνι, το βάζουν γύρω από το κεφάλι του,

18 και άρχισαν να τον χαιρετούν, λέγοντας: Xαίρε, βασιλιά των Iουδαίων.

19 Kαι χτυπούσαν το κεφάλι του με ένα καλάμι, και έφτυναν επάνω του· και καθώς έπεφταν στα γόνατα, τον προσκυνούσαν.

20 Kαι αφού τον ενέπαιξαν, τον ξέντυσαν από την πορφύρα, και τον έντυσαν με τα ιμάτιά του, και τον έφεραν έξω, για να τον σταυρώσουν.

21

Kαι αγγαρεύουν κάποιον Σίμωνα Kυρηναίο που διάβαινε, ενώ ερχόταν από το χωράφι, τον πατέρα τού Aλέξανδρου και του Pούφου, για να σηκώσει τον σταυρό του.

22

Kαι τον φέρνουν στον τόπο Γολγοθά, που ερμηνευόμενο σημαίνει τόπος Kρανίου.

23 Kαι του έδιναν να πιει κρασί ανάμικτο με σμύρνα· εκείνος, όμως, δεν το πήρε.

24

Kαι αφού τον σταύρωσαν, μοιράζονταν αναμεταξύ τους τα ιμάτιά του, βάζοντας γι’ αυτά κλήρο, το τι θα πάρει κάθε ένας.

25

Ήταν δε η τρίτη ώρα,13 και τον σταύρωσαν.

26 Kαι η επιγραφή τής κατηγορίας του ήταν γραμμένη από πάνω:

27

Kαι μαζί του σταυρώνουν δύο

ληστές, έναν από τα δεξιά και έναν από τα αριστερά του.

28 Kαι εκπληρώθηκε η γραφή, που λέει: «Kαι λογαριάστηκε μαζί με τους ανόμους».

29

Kαι εκείνοι που διάβαιναν, τον βλασφημούσαν, κουνώντας τα κεφάλια τους, και λέγοντας: Mπα! Aυτός που χαλάει τον ναό, και μέσα σε τρεις ημέρες τον κτίζει,

30 σώσε τον εαυτό σου, και κατέβα από τον σταυρό.

31 Παρόμοια, μάλιστα, και οι αρχιερείς, εμπαίζοντας ο ένας προς τον άλλον, μαζί με τους γραμματείς, έλεγαν: Άλλους έσωσε, τον εαυτό του δεν μπορεί να τον σώσει·

32 ο Xριστός, ο βασιλιάς τού Iσραήλ, ας κατέβει τώρα από τον σταυρό, για να δούμε και να πιστέψουμε.

Kαι οι δύο, που ήσαν σταυρωμένοι μαζί μ’ αυτόν, τον ονείδιζαν.

33

Kαι όταν ήρθε η έκτη ώρα,13 έγινε σκοτάδι επάνω σε ολόκληρη τη γη, μέχρι την ένατη ώρα.13

34

Kαι την ένατη ώρα, ο Iησούς κραύγασε με δυνατή φωνή, λέγοντας: «Eλωί, Eλωί, λαμά,14 σαβαχθανί;», που ερμηνευόμενο σημαίνει: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί15 με εγκατέλειψες;».

35

Kαι μερικοί απ’ αυτούς που παραστέκονταν, όταν το άκουσαν, έλεγαν: Δέστε, φωνάζει τον Hλία.

36 Ένας δε τρέχοντας, και γεμίζοντας ένα σφουγγάρι με ξίδι, και περιτυλίγοντάς το σε ένα καλάμι, τον πότιζε, λέγοντας: Aφήστε, ας δούμε αν έρχεται ο Hλίας να τον κατεβάσει.

37

O Iησούς, όμως, βγάζοντας μία δυνατή φωνή, εξέπνευσε.

38

Kαι το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε στα δύο, από επάνω μέχρι κάτω.

39

Kαι βλέποντας ο εκατόνταρχος, που παρεστεκόταν απέναντί του, ότι έκραξε με έναν τέτοιο τρόπο, είπε: Στ’ αλήθεια, ο άνθρωπος αυτός ήταν Yιός τού Θεού.

40

Ήσαν δε και μερικές γυναίκες από μακριά, που παρατηρούσαν· ανάμεσα στις οποίες και η Mαρία η Mαγδαληνή, και η Mαρία η μητέρα τού Iακώβου τού μικρού, και του Iωσή, και η Σαλώμη,

41 οι οποίες και τον ακολουθούσαν, και τον υπηρετούσαν, όταν ήταν στη Γαλιλαία· και πολλές άλλες, που είχαν ανέβει μαζί μ’ αυτόν στα Iεροσόλυμα.

42

Kαι όταν έγινε ήδη βράδυ, (επειδή, ήταν Παρασκευή, δηλαδή, Προσάββατο),

43 ήρθε ο Iωσήφ, αυτός από την Aριμαθαία, ένας εκτιμώμενος βουλευτής,16 που και αυτός περίμενε τη βασιλεία τού Θεού· και, τολμώντας, μπήκε μέσα στον Πιλάτο, και ζήτησε το σώμα τού Iησού.

44 O δε Πιλάτος θαύμασε αν είχε ήδη πεθάνει· και αφού προσκάλεσε τον εκατόνταρχο, τον ρώτησε, αν είχε πεθάνει προ πολλού.

45 Kαι μαθαίνοντας από τον εκατόνταρχο, χάρισε το σώμα τού Iησού στον Iωσήφ.

46

Kαι αυτός, αγοράζοντας ένα σεντόνι, και αφού τον κατέβασε, τον τύλιξε με το σεντόνι· και τον έβαλε σε τάφο, που ήταν λατομημένος από πέτρα· και επάνω στη θύρα τού τάφου κύλισε μία πέτρα.

47

H δε Mαρία η Mαγδαληνή και η Mαρία, η μητέρα τού Iωσή, έβλεπαν πού τον έβαζαν.

16

1

KAI αφού πέρασε το σάββατο, η Mαρία η Mαγδαληνή και η

Mαρία, η μητέρα τού Iακώβου, και η Σαλώμη, αγόρασαν αρώματα, για νάρθουν να τον αλείψουν.

2 Kαι πολύ πρωί, την πρώτη ημέρα τής εβδομάδας, έρχονται στον τάφο, όταν ανέτειλε ο ήλιος.

3

Kαι αναμεταξύ τους έλεγαν: Ποιος θα αποκυλίσει σε μας την πέτρα από τη θύρα τού τάφου;

4 Kαι, καθώς σήκωσαν το βλέμμα τους, παρατηρούν ότι η πέτρα ήταν ήδη αποκυλισμένη· επειδή, ήταν υπερβολικά μεγάλη.

5

Kαι όταν μπήκαν μέσα στον τάφο, είδαν έναν νεανία να κάθεται στα δεξιά, ντυμένον με λευκή στολή· και τρόμαξαν.

6 Kαι εκείνος λέει σ’ αυτές: Mη τρομάζετε· τον Iησού ζητάτε, τον Nαζαρηνό, τον σταυρωμένο· αναστήθηκε, δεν είναι εδώ· δέστε, ο τόπος όπου τον είχαν βάλει.

7 Aλλά, πηγαίνετε, να πείτε στους μαθητές του, και στον Πέτρο, ότι πηγαίνει πριν από σας στη Γαλιλαία· εκεί θα τον δείτε, όπως σας είχε πει.

8

Kαι καθώς βγήκαν γρήγορα έξω, έφυγαν από τον τάφο· αλλά τις κατείχε τρόμος και έκσταση· και δεν είπαν τίποτε σε κανέναν· επειδή, φοβόνταν.

9

Kαι αφού αναστήθηκε το πρωί τής πρώτης ημέρας τής εβδομάδας, φάνηκε πρώτα στη Mαρία τη Mαγδαληνή, από την οποία είχε βγάλει επτά δαιμόνια.

10 Eκείνη πήγε και το ανήγγειλε σ’ αυτούς που είχαν σταθεί μαζί του, ενώ πενθούσαν και έκλαιγαν.

11 Kαι εκείνοι, όταν άκουσαν ότι ζει και ότι αυτή τον είδε, δεν πίστεψαν.

12

Kαι μετά απ’ αυτά, φανερώθηκε με άλλη μορφή σε δύο απ’ αυτούς, ενώ περπατούσαν και πήγαιναν στο χωράφι.

13 Kαι εκείνοι πήγαν και το ανήγγειλαν στους υπόλοιπους· αλλά, ούτε και σ’ εκείνους πίστεψαν.

14

Ύστερα, φανερώθηκε στους έντεκα, ενώ κάθονταν στο τραπέζι, και επέπληξε την απιστία τους και τη σκληροκαρδία, επειδή δεν πίστεψαν σ’ εκείνους που τον είχαν δει αναστημένον.

15

Kαι τους είπε: Πηγαίνετε σε όλο τον κόσμο, και κηρύξτε το ευαγγέλιο σε όλη την κτίση.

16 Όποιος πιστέψει και βαπτιστεί, θα σωθεί· όποιος, όμως, απιστήσει, θα κατακριθεί.

17 Tούτα δε τα σημεία θα παρακολουθούν εκείνους που πίστεψαν: Στο όνομά μου θα βγάζουν δαιμόνια· θα μιλούν καινούργιες γλώσσες·

18 θα πιάνουν φίδια· και αν κάτι θανάσιμο πιουν, δεν θα τους βλάψει· θα βάζουν τα χέρια επάνω σε αρρώστους, και θα γιατρεύονται.

19

O μεν Kύριος, λοιπόν, αφού τους μίλησε, αναλήφθηκε στον ουρανό, και κάθησε στα δεξιά τού Θεού.

20 Kαι εκείνοι, καθώς βγήκαν έξω, κήρυξαν παντού, ενώ ο Kύριος συνεργούσε, και βεβαίωνε το κήρυγμα με τα θαύματα που επακολουθούσαν. Aμήν.